Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Μουριές (Ακίνζαλη)-Mouries (Akidzali)

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, σπίτι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι, δέντρο και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, ουρανός, σπίτι, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση Φωτογραφίες και κείμενο
Μουριές (Ακίνζαλη)-Mouries (Akidzali)
Μικτό χωριό (πρόσφυγες & ντόπιοι)
Μετονομασία 1926
Εγκαταστάθηκαν 60 οικογένειες προσφύγων (257 άτομα)
Πριν την απελευθέρωση στα χωριά του Ακίντζαλη κατοικούσαν Οθωμανοί, Έλληνες και Βούλγαροι. Μετά την απελευθέρωση και την αποχώρηση των Οθωμανών και Βουλγάρων, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την π. Δοιράνη, τη Γευγελή, τη Στρώμνιτσα (1913), τον Καύκασο (1920), το Σαράϊ, την Τυρολόη, τις Μέτρες, κ.ά. της ανατολικής Θράκης (1923), τον Πόντο (1924), τα Άδανα κ.ά. της Μικράς Ασίας (1924), τη Νίγδη της Καππαδοκίας (1924), κ.ά. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες μαζί με τους γηγενείς Έλληνες και τους σαρακατσάνους που προϋπήρχαν στο λεκανοπέδιο αλλά αναγκάστηκαν μετά το 1923 να εγκαταλείψουν τη νομαδική ζωή και να εγκατασταθούν μόνιμα, ήταν οι νέοι κάτοικοι στους οικισμούς των Μουριών. Τα παλιά οθωμανικά ονόματα χρησιμοποιήθηκαν επίσημα από το ελληνικό κράτος τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.
Η μετονομασία των οικισμών έγινε με αναγκαστικά διατάγματα μεταξύ 1926 και 1928
Η ζωή στο Ακίντζαλι
Αφηγείται ο ιερέας Γεώργιος Τερζιτάνος:
“Είμαι ο γιος του Μανόλη Τερζιτάνου, καπετάνιου των α­νταρτικών ομάδων του 1913 για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους. Η οικογένειά μου ήταν γηγενής, είμαστε ντόπιοι στο Ακίντζαλι, στις Μουριές.
Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος το 1913 ελευθέρωσε την περιοχή του λεκανοπεδίου των Μουριών. Ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε μετά την Στρούμνιτσα, όπου πήγε ο Βενιζέλος να ενθαρρύνει το στρατό από τη λίμνη Δοϊράνη. Οι εδώ Μουριώτες τον υποδέχθηκαν και ο Προκόπης Τερζιτάνος, που ήταν ψαράς, δώρισε τον Βενιζέλο ένα γριβάδι δεκαπέντε οκάδες που τον ευχαρίστησε, γι’ αυτό και στις Σέρρες το φάγανε με τους επισήμους.
Εδώ οι Μουριώτες ήσαν άνθρωποι της γεωργίας. Δουλεύαμε το χώμα με αρχέγονα μέσα, με το ξύλινο αλέτρι, που μόνο στη μύτη που χάραζε τη γη είχε σίδερο και αργότερα με άροτρο σιδερένιο.
Είχαμε και κτηνοτροφία: πρόβατα, γίδια και μεγάλα ζώα, βουβάλια. Θερίζαμε με το δρεπάνι και στο χέρι φορούσαμε την παλαμαριά, ξύλινο γάντι, για να προφυλάξουμε το χέρι. Αλωνίζαμε με την τουκάνα μέχρι το 1950.
Αποθηκεύαμε για τον χειμώνα τη χειμερινή τροφή, σαν τα μυρμήγκια, τους γιουφκάδες, τον τραχανά, το κουσκούς, τα απίδια, που τα ξεραίναμε στον ήλιο και μετά στο φούρνο· κατόπιν τα βράζαμε κι έβγαζαν έναν αρωματικό χυμό που τον πίναμε ζεστό ή κρύο.
Όσο για το χοιρινό κρέας, βάζαμε το λαρδί σε καλούπια με μπόλικο άλας και κάναμε και τον καβουρμά.
Φύγανε πολλές οικογένειες στην Βουλγαρία με τον πόλεμο του 1922, αλλά και το 1941 έφυγαν από δω ντόπιοι για τη Βουλγαρία.
Η αξία των εθίμων και των παραδόσεων που μας άφησαν οι γονείς μας, ήταν σημαντική. Τα έθιμα ωφελούν την ψυχή του ανθρώπου.
Την τελευταία Κυριακή των Απόκρεω στρώναμε το τραπέζι με ανάλογα φαγητά. Το τραπέζι ήταν ένας χαμηλός σουφράς. Γύρω-γύρω καθόμασταν και ο νοικοκύρης, ο αρχηγός της φαμίλιας, έριχνε κάτω στο χώμα λίγο κρασί, για να μην ξεχνάμε τους ανθρώπους μας τους πεθαμένους και μετά αρχίζαμε το φαγοπότι.
Πριν αρχίσουμε να τρώμε, πρώτα κάναμε το σταυρό μας, λέγαμε κάποια ευχή και μετά έπαιρνε ο καθένας το κουτάλι και τρώγαμε από μια γαβάθα.
Είχαμε και βρασμένα αυγά, όχι βαμμένα· το ένα το ξεφλουδίζαμε, το δέναμε με κλωστή που κρεμιόταν από το ταβάνι και το ωθούσαμε· όπως ήμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι, αυτό πήγαινε πάνω απ’ τα κεφάλια μας κυκλικά και σ’ όποιον κατόρθωνε να το πιάσει με το στόμα, του έταζαν κάτι που δεν το έπαιρνε ποτέ!
Οι παραδόσεις αποτελούν πηγή ενότητας ανάμεσα στις γενιές. Δεν είναι απαραίτητο να ακολουθεί κανείς κατά γράμμα τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Αρκεί να βρεθεί κανείς στο πνεύμα των πατροπαράδοτων συνηθειών, για να αντλήσει δύναμη.
Και οι μεγάλες γιορτές είναι μια καλή αρχή για την ενίσχυση της οικογενειακής αγάπης και ενότητας. Ιδιάιτερα σε δύσκολες εποχές, η αγάπη ενώνει την οικογένεια. Ολα αυτά όμως φεύγουν σιγά-σιγά και μένουν μόνοι.
Η πίστη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο των οικογενειακών παραδόσεων. Με την πίστη κρατάμε αναλλοίωτες τις παραδόσεις μας, πρώτα μέσα στην οικογένεια και μετά στην κοινωνική μας ζωή.
Γεώργιος Χατζόπουλος
Ο Γεώργιος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο 1912 στο Σαράι της Ανατολικής Θράκης. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 τον επισκεφθήκαμε στις Μουριές όπου κατοικούσε. Μας διηγήθηκε πως έφυγαν από τη Θράκη:
Ήμουν εννέα χρονών. Ο πατέρας μου έζεψε στο ζυγό τα βόδια, βάλαμε στο κάρο δύο σακιά αλεύρι και λιγοστά πράγματα που μπορούσαμε να πάρουμε. Ο πατέρας μου ήταν φούρναρης. Ήμασταν εξαμελής οικογένεια. Με κόπο φθάσαμε στην Αδριανούπολη και μετά στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).
Πολλοί πρόσφυγες Θρακιώτες έμειναν στα Άβδηρα. Όταν προχωρούσε ο ελληνικός στρατός προς την πατρίδα μας την Θράκη, πήραμε θάρρος. Η χαρά μας δεν κράτησε πολύ. Γυρίζουν πίσω τα ελληνικά στρατεύματα. Τότε πια άλλη ελπίδα δεν είχαμε και ήρθαμε εδώ στο Ακίντζαλι, στις Μουριές.
Όταν ελευθερώθηκε στις 22 Ιουνίου του 1913, πήρε το όνομα Αρχάγγελος. Έγινε δήμος για δύο χρόνια, ως δήμος Αρχαγγέλου. Είχε τελωνείο ως το 1940.
Τα γύρω χωριά (Πουλαματσλή (Ακακίες), Καραλή (Συκαμιές), Τουργουτλού (Ψυχρόβρυση), ανήκαν στην κοινότητα των Μουριών.

Το χωριό Μουριές (Ακίντζαλι)

Άγνωστε φίλε, που κάνεις υπομονή και διαβάζεις αυτές τις αράδες έτσι ήταν η ζωή τότε 1924-1950. Για να συνεχίσει κανείς το ταξίδι προς τα νοτιοδυτικά, μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον μοναδικό αυτοκινητόδρομο, με αφετηρία τον Σ.Σ. Μουριών προς Ακίντζαλι (Μουριές). Τα περήφανα χωριά καλωσορίζουν ευπρόσδεκτα τον κάθε επισκέπτη οποιανδήποτε εποχή του χρόνου. Μια καλή, ίσως η καλύτερη ευκαιρία για να δείτε και να γνωρίσετε από κοντά τα διαφορετικά πρόσωπα της μεγάλης γης των Μουριών, το λεκανοπέδιο με την ωραία βλάστηση, την λίμνη Δοϊράνη, τους γύρω ορίζοντες, το Μπέλλες, το Μαυροβούνιο, τα γνωστά Χίλια Δέντρα με το γριβάδι στη σχάρα, καφετέριες, ρεστοράν. Οι κάτοικοι των Μουριών (Ακίντζαλι) είναι Θράκες, Πό­ντιοι, Μικρασιάτες, ντόπιοι και Σαρακατσάνοι. Ζούνε με αγάπη. Ο λαός των Μουριών είναι εργατικός, περήφανος. Δεν απλώνει ποτέ το χέρι για βοήθεια. Είναι τίμιος. Όμως δυστυχώς, δεν έχομε αύξηση πληθυσμού αλλά αντιθέτως, μείωση!

Πόσες φορές δεν ταξιδεύει ο νους μου σε παρελθόντα γεγονότα, σε χρόνους και τόπους όπου πάτησε το πόδι μου. Εδώ περπάτησα, εκεί έπαιξα, εδώ εμπορευόμασταν το 1947 στο παζάρι Ακίντζαλι, πιο πέρα έσκαψα, φύτεψα, μπόλιασα δέντρα, συγκινήθηκα, επόνεσα, έκλαψα με φίλους. Προπάντων έκλαψα. Όλοι γνωστοί, όλοι φίλοι.

Ο Θεός μετά την δημιουργία, θέλοντας να θαυμάσει από πολύ κοντά την ομορφιά των έργων του, ασφαλώς... εδώ κατέβηκε, στο λεκανοπέδιο Μουριών πρώτα και περπάτησε! Το λέω αυτό γιατί τον τόπο αυτόν τον είδα, τον έζησα ως παιδί, ως έφηβος, ως μεγάλος και χάρηκα την αφθονία των αγαθών του. Τόπος ευπορώτατος και στα χαμηλά και στα ψηλώματα. Τα πλούτη αυτά της γης δεν είχαν περιορισμό. Προϊόντα κυρίως γεωργικά και κτηνοτροφικά. Προϊόντα δημητριακά άφθονα, αλιεία, το γριβάδι, το πρικί, γουλιανός, χέλι, οι γνωστοί τότε σε μεγάλη παραγωγή μεταξοσκώληκες (κουκούλια) με πολλά μουριόδεντρα τροφή γι’ αυτά, κτηνοτροφία, αλογάριαστα κηπευτικά. Γέμιζε ο τόπος από Γιώργο Πελτέκη, Στάθη Μακρίδη και Αλέξη Ασλανίδη (τον ανάπηρο). Χωριό Μικρόβρυση. Μπαξέδες κατά... στρέμματα. Χαιρόταν το μάτι σου. Αυτά τα πλούτη της φύσης που αρδεύονταν με τα μέσα του τότε καιρού, με το γαϊδούρι με παραπέτο στα μάτια, να γυρίζει γύρω από το πηγάδι και να βγάζει νερό.

Ως παραμεθόριος περιοχή, το Ακίντζαλι (Μουριές) τύγχανε της μέριμνας των αρχών αναφορικά με την πληθυσμιακή κίνηση. Η αγορά (το παζάρι) στο Ακίντζαλι καθιερώθηκε από την αρχή του 1924, όταν δημιουργήθηκαν τα γύρω χωριά με τον ερχομό των κατοίκων το 1923 και 1924 από τις αλησμόνητες πατρίδες των. Τα χωριά ονομάζονταν παλαιότερα, πριν το 1915 Αατλή (Καβαλλάρης), Γκενσεκλή, Δουργουτλή, Ερτεζελή, Καραλί, Καρά-Παζάρ, Καρλόβασι (Κρητικά-Αλεξάνδρα), Κιολεμενλή (Λιθωτό), Μενετλή, Μουλάμπασι (Πουλαματσλή), Τσααλί (Μικρόβρυση), Χατζή Ογλαρά. Αργότερα τα χωριά τα ένωσαν το 1928.

Στα ακριτικά χωριά, για να εξυπηρετηθούν οι κάτοικοι πάνω σε καθημερινή βάση, άνοιξαν παντοπωλεία (Ζαφείρης Αργυρόπουλος και άλλοι). Έρχονταν από πολύ μακριά με γαϊδούρια και άλογα καβάλα. Κατά διαστήματα υπήρχαν χάνια και διανυκτέρευαν εκεί. Μετά ήταν η αγορά. Αγοραπωλησία μικρών και μεγάλων ζώων. Κάθε Σάββατο παζάρι. Τα γύρω χωριά έφερναν αυγά, κοτόπουλα, βούτυρο. Τα αγόραζαν ειδικοί. Είχε αυγουλάδες που τοποθετούσαν τα αυγά σε κάσες με άχυρο. Ο κοτοπουλάς σε ειδικές κάσες μακρόστενες, φόρτωνε τα κοτόπουλα σε βαγόνια επίκουρα του ΣΕΚ τότε, για την Θεσσαλονίκη. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε.

Το Ακίντζαλι (Μουριές), από το 1928 έως το 1940 είχε μονίμως ως φρουρά έναν λόχο στρατό για τον φόβο των κομιτατζίδων Βουλγάρων, που έσφαζαν δασκάλους και παπάδες. Οι στρατιώτες κάθε μέρα περιπολούσαν τα βουνά του Μαυροβουνίου, πότε πεζή και πότε έφιπποι, οπλισμένοι με αραβίδα (Μάνλιχερ) και ενέδρα σε καίρια σημεία.

Το Ακίντζαλι με τα γύρω χωριά, τα ωραία σύγχρονα σπίτια, αρχοντικά σπίτια, που μοιάζουν με βιλίτσες και τις εκκλησίες, κτίσματα της δεκαετίας του ΄30.

Για ορειβασία και ορειβάτες, το Μπέλλες. Αξίζει να επισκεφθείτε τον καταρράκτη του Μπέλλες. Όμως σίγουρα αυτό που θα σας αρέσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θα είναι να βρεθείτε ψηλά, χωρίς να κουρασθείτε και θα αγνα­ντεύετε τους γύρω ορίζοντες, την πεδιάδα των Μουριών, την λίμνη Δοϊράνη, την απέναντι μεριά, το Μαυροβούνιο. Αν απομακρυνθείτε από το σημείο αυτό, κατεβείτε κάτω. Θα δείτε πίσω από την πλάτη σας να υψώνεται το Μπέλλες, με εκεί υψόμετρο 1850 μέτρα.

* Σημ. Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, “Το λεκανοπέδιο των Μουριών” και “Διηγώντας τα να κλαις", δεν πωλούνται.
Οι αναγνώστες μπορούν να τα βρουν "ΔΩΡΕΑΝ" στην Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη του δήμου Κιλκίς.
Πληροφοριακά για όσους ζήτησαν να τα βρουν!

ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΝΟ

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, δέντρο, λουλούδι, φρούτο, υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και φαγητό 


Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος ΑργυρόπουλοςΤΟ ΡΟΔΑΚΙΝΟ
Το φρούτο που εκτίναξε την οικονομία της ευρύτερης περιοχής των Μουριών, κυρίως δε των Κάτω Σουρμένων.
Τις δεκαετίες '70 και '80 υπήρξε μία τεράστια οικονομική ανάπτυξη-στην τότε ταλαιπορημένη κοινωνία-τα αποτελέσματα της οποίας διακρίνονται ακόμα και στις μέρες μας.
Εξ' αιτίας του, επαναπατρίστηκαν ακόμα και οι μετανάστες της τότε εποχής.
Κατά έναν περίεργο και ανεξήγητο τρόπο, τη δεκαετία του '90 κάποιοι "ειδήμονες" επεδίωξαν την εκρίζωσή του.
Ήταν καλά τα χρήματα της αποζημίωσης, είπαν τότε κάποιοι.
Σήμερα αναπολούμε όλοι τα χρόνια εκείνα της οικονομικής ευφορίας και ευμάρειας.
Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα...

Ιστορικά γεγονότα συνδέουν τον Νομό Κιλκίς με την Κρήτη

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες

Φωτογραφίες και κείμενο
Ιστορικά γεγονότα συνδέουν τον Νομό Κιλκίς με την Κρήτη αφού υπερχίλιοι Κρήτες σκοτώθηκαν στην μάχη της Δοϊράνης και των Μουριών το 1918. Προς τιμήν τους δόθηκε στο χωριό Αλεξάνδρα το όνομα «ΚΡΗΤΙΚΑ».
Στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Μουριών του Κιλκίς όπου βρίσκεται το μνημείο των Κρητών πεσόντων, το οποίο ανέγειρε η Παγκρήτια Αδελφότητα Μακεδονίας και στα πλαίσια των εκδηλώσεων της επετείου της Μάχης της Δοϊράνης και των Μουριών,που διοργανώνει η Ένωση Κρητικών Συλλόγων Μακεδονίας, εκπρόσωποι πολλών Κρητικών συλλόγων απ’ όλη τη Μακεδονία τελούν επιμνημόσυνη δέηση και καταθέτουν κάθε χρόνο στεφάνι στη μνήμη των χιλιάδων Κρητών πεσόντων, την τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη.

Το κάρο και οι καροποιοί της περιοχής Μουριών.


Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες  Î— εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, άλογο και υπαίθριες δραστηριότητες

Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος
Το κάρο και οι καροποιοί της περιοχής Μουριών.
Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήσαν του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού-όλα εκτός του σιδερά, που πήρε άλλη τροπή, χάθηκαν με τον καιρό.
Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εξω από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τσουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς, οπότε στο εργαστήρι του αυτός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα.
Στο λεκανοπέδιο των Μουριών οι καλύτεροι καροποιοί ήσαν οι Θρακιώτες. Μπορεί στην πατρίδα να μην ήσαν καροποιοί, γνώριζαν όμως την τέχνη από τους παππούδες τους και στη δεκαετία του 1930 βάλθηκαν να κατασκευάζουν κάρα με μεράκι-απαραίτητο το κάρο στον γεωργό για τη μεταφορά κυρίως των αγροτικών προϊόντων στο σπίτι.
Κι αφού τα κατασκεύαζαν, στο τέλος τα έβαφαν και διάφορα χρώματα-κυρίως γαλάζιο και κόκκινο χρησιμοποιούσαν-και ζωγράφιζαν και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους, προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.
Τα καροποιεία δούλευαν πολύ εκείνη την εποχή, γιατί οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήσαν μεγάλες. Πως σήμερα περιμένεις σειρά να επιδιορθώσεις το αυτοκίνητό σου, έτσι και τότε από μήνες πριν έκανες την παραγγελία για κανούργιο κάρο ή για κάποια επιδιόρθωση στο παλιό. Οι νέοι σήμερα δεν γνωρίζουν τίποτε από τα κάρα και την τέχνη του καροποιού. Καλό όμως είναι να γνωρίζουν, για να κρίνουν πως κατόρθωσαν οι πρόγονοί τους, παππούδες και πατεράδες, να επιβιώσουν!
Να πως κατασκευάζονταν το κάρο: Ξεκινούσαν πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω, για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα-χρησιμεύουν ως τιμόνι. Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί των Μουριών, έκαναν εισαγωγή, τα αγόραζαν έτοιμα. Μετά όμως έμαθαν και τα κατασκεύαζαν και οι ίδιοι. Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, που οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά, άφηνα ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονταν ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονταν κι αυτές η μία μες στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες κατασκεύαζε ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρνι επάνω στο κούτσουρο.
Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες, αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου. Έπρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, που στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.
Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά ώσπου να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο-τρεις άντρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα, εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα, κι εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να “καθίσει” στο ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Το ξύλο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά. Κι όταν το ταμπάνι “καθίσει”, πιάνει τη ρόδα απ’ τις ακτίνες της ένας γεροδεμένος άντρας και μέσα από τους καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο, τη “σβήνει” μέσα σε λάκκο με νερό που έχει εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο τσιτσιρίζει δυνατά, αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στη διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Ωστόσο στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες.
Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουριάς. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονταν σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες-τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου που ευκόλυνε την κίνηση, χωρίς τρίξιμο και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη, που στην κάτω πλευρά της είχε αυλακιά, για να “κάθεται” πάνω στον άξονα και να δένει μαζί του με λάμες σιδερένιες και με βίδες. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση “κάθεται” το σκαμνί με τα κάθετα γιαστίκια-τα γόλε-αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα με τις δύο μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μία τρύπα, την καβίλια, για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά.
Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά. Μπροστά είχε το τιμόνι, που με την ζεύλα ενώνεται με τον ζυγό, που τον έφερναν τα ζώα (βόδια ή βουβάλια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές, χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά-στηρίζονταν στα γιαστίκια-αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τη μεταφερόμενη σοδειά ή ό,τι άλλο ήθελε να κουβαλήσει ο γεωργός.
Στη δεκαετία του 60 άρχισε σταδιακά η αντικατάσταση του κάρου από το γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) με πλατφόρμα και αλέτρια. Έτσι, αντικαταστάθηκε όχι μόνο το κάρο για τις μεταφορές, αλλά και το ζευγάρι για το όργωμα και τη σπορά των χωραφιών.
Όσοι από εμάς έχουν ζήσει σε χωριό και έχουν προσωπικές εμπειρίες, αναπολούν συχνά με νοσταλγία τα παιδικά τους χρόνια με τα κάρα. Τότε που ξυπόλητοι τρέχαμε να σκαρφαλώσουμε κρυφά σε κάθε διερχόμενο κάρο. Τότε που επιθυμούσαμε ν’ ανεβούμε στο κάρο και να παίξουμε το ρόλο του οδηγού. Σήμερα τα κάρα αποτελούν μουσειακό και διακοσμητικό είδος. Συχνά συναντούμε ολόκληρα κάρα ή κομμάτια από αυτά ως στοιχείο διακοσμητικό σε αυλές, σε κήπους αλλά και σε σπίτια ή καταστήματα., για να θυμίζουν την ιστορία της οικογένειας.

Οι νερόμυλοι του λεκανοπεδίου Μουριών.


Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες

Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος
Αναμνήσεις από την κατοχή και την πείνα.
Αφηγείται ο Παύλος-Σωκράτης Παυλίδης.
Οι Γερμανοί από τον πρώτο χρόνο της κατοχής τους στην Ελλάδα το 1941, άδειασαν τις αποθήκες σιτηρών και οι φούρνοι δεν έβγαζαν ψωμί. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, τα χωριά του λεκανοπεδίου των Μουριών Κιλκίς υπήρξαν το σωσίβιο για τη ζωή πολλών σκορπισμένων και πεινασμένων, που έφταναν καθημερινά από τη Θεσσαλονίκη με τα πόδια, αλλά και από άλλες μακρινότερες περιοχές, για να βρουν μια χούφτα καλαμποκίσιο αλεύρι ή άλλα δημητριακά.
Οι εικόνες εκείνες με την πείνα δεν περιγράφονται. Θυμάμαι καλά δύο νέους άντρες, έναν από τη Θεσσαλονίκη, όπως είπε-δεν θυμάμαι το όνομά του-και έναν από τον Πειραιά, τον Θανάση Καρδάση. Είχαν φτάσει στο χωριό Ροδώνα με τα πόδια. Παρακάλεσαν τον πατέρα μου, που ήταν και εκείνος νέος-40 χρόνων τότε-να μείνουν για λίγες μέρες στο σπίτι μας και να τρώνε ένα πιάτο φαγητό.
Το σπίτι μας δεν ήταν μεγάλο, η οικογένεια ήταν μεγάλη, και όμως, ο πατέρας μου τους δέχτηκε. Ήταν άνθρωποι. Ήταν άνθρωποι ευγενικοί. Έφευγαν το πρωί και γύριζαν το βράδυ. Η μάνα μου τους έφτιαχνε κάθε πρωί παπάρα με ολόπαχο πρόβειο γάλα που το είχαμε μπόλικο. Τα βράδια πίτες, γαλατόπιτες, κολοκυθόπιτες, πατάτες βραστές. Αυτό ήταν το φαγητό του μουσαφίρη. Συχνά μαγείρευε κατσαμάκια. Αυτό το μαγείρευε η γιαγιά μου Μάρθα Αναστασιάδου - η Σιχούνα - μάνα της μάνας μου Καλλιόπης. Ήταν τεχνίτισσα, αφού με το κατσαμάκι μεγάλωσε πέντε εγγόνια τον καιρό της πείνας του 1941. Όταν το έβγαζε από τη φωτιά, το άπλωνε μέσα σε ένα ταψί και στη συνέχεια έβαζε το ζεματιστό από πρόβειο καβουρμά. Όλοι τρώγαμε μέσα από το ταψί. Μοσχομύριζε όλο το σπίτι. Η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1865 στο Μαντέν του Μεσουντιέ του Πόντου.
Στην κατοχή ο σιδηροδρομικός σταθμός Μουριών ήταν ο κεντρικός σταθμός πεινασμένων ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου. Οι Μουριώτες φιλοξένησαν ανθρώπους πεινασμένους. Όλοι οι Μουριώτες είχαν ζωντανά, έσφαζαν και κανένα.
Στην περιοχή λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι στην αράδα, σε περίπου χίλια μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Το νερό κινούσε τον πρώτο μύλο και στη συνέχεια τους άλλους και χυνόταν στη λίμνη Δοϊράνη. Ήταν οι μυλωνάδες του λεκανοπεδίου των Μουριών, ο Ιωάννης Καζαντζίδης από τη Ροδώνα, ο Δημήτριος Χατζόπουλος από το Ακίντζαλι, και ο Δημήτριος Ζωίδης από τα Κρητικά.
Έρχονταν στον κάμπο των Μουριών, στο θέρος, και εκείνοι που μάζευαν "μπασάκια", δηλαδή τα παρατημένα από τους γεωργούς στάχυα. Αφού μάζευαν ικανή ποσότητα, τα κοπάνιζαν με τον κόπανο, τα λίχνιζαν για να ξεχωρίσουν το σιτάρι από τα άχυρα και τα είχαν έτοιμα για χρήση. Μερικοί χτυπούσαν τα στάχυα στο γουδί, άλλοι τα άλεθαν στον χειρόμυλο και τα έκαναν πλιγούρι για τσορβά (σουρβά) και πιλάφι.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Μετά έδειξαν αρπαχτικές διαθέσεις. Έπαιρναν δεμάτια σιτάρι, Οι πεινασμένοι γύρευαν μια χούφτα αλεύρι γύρω στους νερόμυλους.
Είχαμε ένα κοπάδι πρόβατα, που τα φύλαγα, όταν ήμουν 14-15 χρόνων. Έβλεπα τους πεινασμένους στο λιβάδι, ομάδες να ανάβουν φωτιές και να ψήνουν χελώνες για να τις φάνε. Χτυπούσαν τη χελώνα στο καύκαλο, που άνοιγε σαν πιάτο.
Έρχονταν από παντού Θεσσαλονικείς και άλλοι και έδιναν τα χρυσαφικά τους για λίγη τροφή. Περήφανος ο προσφυγικός κόσμος των Μουριών, έδινε ό,τι μπορούσε, χωρίς αντάλλαγμα.
Έδιναν χειροκίνητες ραπτομηχανές για ένα κομμάτι ψωμί.
Πως να ξεχαστούν οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, των θλιβερών χρόνων της πείνας! Ο κόσμος ανάστατος, πήγαινε από χωριό σε χωριό. Οι δύο ξένοι χώρισαν. Ο Θεσσαλονικιός έσμιξε με άλλους γνωστούς. Ο Θανάσης Καρδάσης, από τον Πειραιά, έγινε γελαδάρης-τσομπάνος-στο χωριό Ροδώνα. Φύλαγαν τα ζώα μαζί με τον Παναγιώτη Παλτσίδη ή Μαυρομάτη, από τα Κάτω Πορόια των Σερρών,που ήταν πρόσφυγας στο χωριό, λόγω της κατοχής του χωριού του από τους Γερμανούς και τους Βυλγάρους. Στην αρχή περίπου του 1942 έφυγαν και οι δύο στο βουνό, με τους αντάρτες του ΕΑΜ και δεν τους ξαναείδαμε.

Μαθαίνω την ιστορία των κατοίκων του χωριού μου. ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, βουνό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: 7 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Φωτογραφίες και κείμενο
Μαθαίνω την ιστορία των κατοίκων του χωριού μου.
ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ
Η καταγωγή τους και η πορεία τους στο χρόνο.
Προϋπήρχαν των προσφύγων του Πόντου και της Μικράς Ασίας στο λεκανοπέδιο των Μουριών.
Οι Σαρακατσαναίοι είναι ένα αρχαιοελληνικό φύλο. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά (βνά-στράτα-χειμαδιά) διασκορπισμένοι σ' ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.
Κοιτίδα των Σαρακατσαναίων ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ, χώρος που λόγω της γεωφυσικής του κατάστασης ήταν απάτητος, δεν ήταν γραμμένος πουθενά και γι' αυτό κατοικούνταν από αυτόνομους και ελεύθερους ανθρώπους.
Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.
Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες.
Σύμφωνα με τη Σαρακατσάνικη παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους.
Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σαρακατσαναίοι φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς(σκηνίτες).
Γι' αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσ(ι)άν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες».
Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσάνος».Μια άλλη πιθανή ετυμολογία είναι από την τουρκική λέξη σαράν που σημαίνει «φορτώνειν» ή σαράι (=κατοικία,κονάκι) και την τουρκική μετοχή κατσιάν=φυγάς, ανυπότακτος, (σαράν + κατσάν = Σαρακατσάνος) γιατί από καιρό σε καιρό φόρτωναν τα πράγματά τους και μετακινούνταν με τα κοπάδια τους και γι' αυτό τους έδωσαν αυτό το όνομα (παρατσούκλι) οι Τούρκοι.
"Κατοικούμε εδώ από τότε που ο Θεός έφτιαξε αυτόν τον ευλογημένο τόπο με τα βνά και τα ποτάμια,τον ήλιο και το φεγγάρι. Από τότε κρατάει η γενιά μας,έλεγαν οι γερόντοι Σαρακατσάνοι"
Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου.
Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σαρακατσάνοι, οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας. Διατήρησαν τα έθιμα, τις συνήθειες και τους κανόνες συμπεριφοράς και διαβίωσης κατά τρόπο πιστό και αυθεντικό. Στηρίχθηκαν στα παραδοσιακά τους έθιμα και στην ελληνική τους ταυτότητα και δεν επέτρεψαν στην περιβάλλουσα αλλοεθνή και ξενόγλωσση κοινωνία να εισβάλλει στη δική τους.
Η οικονομική τους ευρωστία και αυτονομία και η διαβίωσή τους σε καλλίτερες υλικές συνθήκες τους οδήγησε, σε μια ουσιαστικά και τυπικά, εσωτερίκευση, τήρηση και εφαρμογή των εθιμικών κανόνων διαβίωσης και κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η χρήση μιας και μόνο γλώσσας, της Ελληνικής, αποδεικνύει ότι οι
Σαρακατσιαναίοι είναι διαφορετικοί από τους Βλάχους,( Οι Βλάχοι ή Αρμάνοι,ή Αρωμάνοι,ή Αρμούνοι,ή Αρωμούνοι της Ελλάδας γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές:
Κουτσόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι, κ.λπ. ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Βλαχόφωνοι Έλληνες) που μιλούσαν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα.
Επειδή η λέξη βλάχος(με β μικρό) χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον άνθρωπο που έχει πρόβατα, τον κτηνοτρόφο, τον βοσκό και επειδή η κτηνοτροφική ζωή ήταν κοινό τους στοιχείο, επήλθε σύγχυση πότε ένας βλάχος (=αυτός που έχει πρόβατα, ο κτηνοτρόφος, ο βοσκός) είναι Σαρακατσιάνος και πότε Βλάχος (=Βλαχόφωνο ).
Με τη διαφορά όμως ότι οι Σαρακατσαναίοι ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ζούσαν νομαδικά και ημινομαδικά, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σαρακατσάνοι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα εγκατέλειψαν το νομαδισμό.
Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν..
Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων.
Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας ( αρχιποιμένας ), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος,τολμηρός, έντιμος και δίκαιος.
Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο ( ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε- μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά ( τεφτέρια ).
Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα ή καθόλου πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Με τα πρόβατα αλλά και τα άλλα ζώα τους έδενε στενή σχέση. Τα φρόντιζαν και τα πρόσεχαν ιδιαίτερα, αφού ήταν γι' αυτούς όλη τους η περιουσία.
Το σπίτι των Σαρακατσαναίων ( το κονάκι ), που το κατασκεύαζαν μόνοι τους, ήταν ένα καλύβι με σάλωμα και ήταν δυο τύπων: α) το ορθό κονάκι ( κωνοειδής καλύβα ), που κατέληγε στην κορυφή του σε σταυρό και είχε στο κέντρο την εστία ( φωτογώνι ) και γύρω-γύρω διασκευασμένους χώρους όπου τοποθετούσαν ρούχα, είδη μαγειρικής κ.τ.λ., ενώ υπήρχε σταθερή θέση για το εικόνισμα β) ο πλάγιος τύπος με δίρριχτη στέγη που κατασκευαζόταν από κορμούς δέντρων, ξύλα ( πελεκούδια ) και κλαδιά ελάτων ( μπάτσες ).
Τα «κονάκια», ο οικισμός δηλ. το σύνολο των νομαδικών οικογενειών αποτελούσε τη Στάνη. Στάνη και τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα. Το αντίστροφο όχι.
Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της.
Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας, ο πατέρας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός. Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη, η καλή ανατροφή και ο καλός ψυχικός κόσμος.
Το αγόρι έπρεπε να ήταν σεμνό, συγκρατημένο στις πράξεις, τα λόγια και τους τρόπους του. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε καθημερινά αναλάβει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού ( να φέρει ξύλα, ν' ανάψει φωτιά, να φέρει νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, να περιποιηθεί τα παιδιά, να κάμει το νοικοκυριό του κονακιού κ.τ.λ. ), αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων ( παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, κατασκευή, στρώσιμο, ξέστρωμα μαντριών κ.τ.λ. ).
Η ρόκα, για το γνέσιμο του μαλλιού, ήταν η αχώριστη συντροφιά της. Όπου κι αν πήγαινε την είχε μαζί της. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σαρακατσάνα ευχαρίστηση και «σκόλη». Εκείνο όμως που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Η Σ. ήταν μια αφανής ηρωίδα της καθημερινής ζωής. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν γίνονταν μητέρα.
Η παιδεία των Σαρακατσάνων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους στις ορεινές περιοχές δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Είχαν όμως μια βαθιά αίσθηση του ελληνικού γλωσσικού οργάνου. Από τις αφηγήσεις τους διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.
Οι Σαρακατσάνοι ήταν πιστοί χριστιανοί, χωρίς μεγάλη θεωρητική κατάρτιση.
Τελούσαν όμως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και ένιωθαν δέος για τα μυστήρια, ειδικά του γάμου και της βάπτισης. Τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και τις ονομαστικές γιορτές τις γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια, όπου κι αν βρίσκονταν. Γλεντούσαν συχνά με χορό και τραγούδια. Τα τραγούδια, προϊόν ιστορικής και συναισθηματικής εσωτερίκευσης γεγονότων και καταστάσεων, κατατάσσονται σε ενότητες: στα κλέφτικα, στα ποιμενικά, της Χαράς ( γάμου ) της αγάπης, του χωρισμού και της ξενιτιάς.
Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Το παίξιμο της φλογέρας - το κατεξοχήν μουσικό όργανο - για το Σαρακατσάνο τσοπάνη ήταν μια ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα γλεντούσαν, όταν γίνονταν κάποιος γάμος στο τσελιγκάτο. Ο γάμος μαζί με τη γέννηση των παιδιών αποτελούσε τους δυο κύριους πόλους της Σαρακατσάνικης κοινωνίας.
Ο γάμος ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο πολυδιάστατο, με ένα κύκλο πράξεων, στάσεων, συμβόλων και συμπεριφορών. Χαρακτηριστικό του ήταν η ενδογαμία. Κοινωνικός σκοπός του γάμου ήταν η αναπαραγωγή ( γέννηση και ανατροφή παιδιών ) και η κοινωνική κατανομή της εργασίας. Αλλά, και το θάνατο περιβάλουν με ένα κύκλο εκδηλώσεων και πράξεων που φανερώνει ότι ήταν προετοιμασμένοι για το αναπόφευκτο αυτό γεγονός.
Στις μετακινήσεις τους, στο ξεκαλοκαιριό ή το χειμαδιό, είχαν πάντα μαζί τους τη νεκροαλλαξιά. Τα τσελιγκάτα συνέβαλαν αποφασιστικά στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Στην επανάσταση του 1821 οι Σαρακατσαναίοι ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς - όπως και όλοι οι άνθρωποι του βουνού - και της εξασφάλιζαν τα απαραίτητα.
Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Πολλοί ήταν και οι επώνυμοι Σαρακατσάνοι αγωνιστές (αρματολοί και κλέφτες) της προεπαναστατικής και της επαναστατικής περιόδου, όπως οι αρματολοί του Καρπενησίου Συκάδες, ο Β. Δίπλας, ο Χασιώτης και ο Λεπενιώτης (αδέλφια του Κατσαντώνη), ο Φαρμάκης, ο Γ. Τσόγκας, ο Αραπογιάννης, ο Λιάκος και κυρίως τα καμάρια των Σαρακατσαναίων, ο Κατσαντώνης και ο Καραϊσκάκης πολεμιστές και καπετάνιοι των Αγράφων, Τζουμέρκων και Ρούμελης.
Στον Μακεδονικό Αγώνα βοήθησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα ως οδηγοί, αγγελιοφόροι, τροφοδότες και σύνδεσμοι. Περιέθαλψαν τραυματίες στις στάνες τους, διέθεσαν τρόφιμα, ιματισμό, μετέφεραν όπλα και συμμετείχαν οι ίδιοι στα αντάρτικα σώματα, όπως ο οπλαρχηγός Κ. Γαρέφης κ. α. Ο Παύλος Μελάς συνεργάστηκε στενά με τους Σ. Ανώνυμοι αγωνιστές επίσης αντιστάθηκαν σ' όλους τους κατακτητές.
Αυτό που άφησαν πίσω τους ως κληρονομιά οι Σαρακατσαναίοι δεν είναι μαρμάρινα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής, βιβλία προγονικά, αλλά μας κληροδότησαν υπέροχα ξυλόγλυπτα και όμορφα υφαντά, αντικείμενα που φιλοτέχνησαν για να κάνουν τη ζωή τους ευκολότερη.
Η γυναίκα έφτιαχνε μόνη της τις αντρικές και γυναικείες φορεσιές. Μετά τον κούρο, το ξάσιμο του μαλλιού, το γνέσιμο, η ύφανση, το ράψιμο ήταν δικιά της δουλειά. Οι Σαρακατσαναίοι δε φόρεσαν ποτέ άλλο ξενικό ύφασμα, παρά μονάχα υφάσματα δικής τους κατασκευής.
Η χαρακτηριστική σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων στις φορεσιές, τα υπέροχα χρώματα και σχέδια στις «παναούλες», τις μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο ύφασμα, ο ολοκέντητος κόκκινος φλάμπουρας του γάμου με θέματα αυστηρής συμμετρίας ανάμεσα και γύρω από τις τέσσερις γωνίες του σταυρού είναι μερικά από τα στοιχεία της Σαρακ. τέχνης.
Σήμερα η ποιοτική μεταβολή και ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σαρακατσαναίων είναι πραγματικότητα. Η κάθοδός τους από τα βουνά στις πεδιάδες, η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου, η αγροτική διαβίωση (ένα μικρό ποσοστό ασχολείται με την κτηνοτροφία) αλλά και η ενασχόληση με ελεύθερα επαγγέλματα, η συμμετοχή τους στις μισθωτές υπηρεσίες, ιδιωτικές και δημόσιες, η ανάδειξή τους στην επιστήμη, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική διαμόρφωσαν μια Σαρακ. κοινωνία που συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό.
Ιδιαίτερα διέπρεψαν στις επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει τομέας στον επαγγελματικό χώρο, στον οποίο να μην έχουν συμμετοχή οι Σ. Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν. Φιλήσυχοι και φιλόξενοι, νομοταγείς, αξιοπρεπείς, εργατικοί και αξιόπιστοι διακρίνονται για το μαχητικό τους πνεύμα, το σφρίγος και την αγωνιστικότητά τους...
Από το 1960 και μετά, που οι Σαρακατσάνοι διασκορπίστηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σαρανταπέντε πολιτιστικοί σύλλογοι και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων ( ΠΟΣΣ ) προσπαθούν να κρατήσουν
και να συνεχίσουν τη Σ. παράδοση και να αντισταθούν στην αφομοιωτική και ισοπεδωτική τάση της εποχής μας, με το να συγκεντρώνουν και να καταγράφουν τα Σ. τραγούδια, να μαθαίνουν τους χορούς στους νέους, διατηρώντας δικά τους χορευτικά συγκροτήματα.
Με τα τμήματα γερόντων αναπαράγουν το πλούσιο και ανεξάντλητο υλικό, αφού οι γέροντες είναι οι μοναδικοί αδιάψευστοι μάρτυρες της Σαρακ. ιστορίας. Μεγάλη είναι η προσφορά στη διάδοση του Σαρακ. τραγουδιού, των Σ. τραγουδιστών, επαγγελματιών και μη, που έχουν ηχογραφήσει σε δίσκους και κασέτες τα τραγούδια τους.
Το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων στις Σέρρες, όπου εκτίθεται αυθεντικό υλικό απ' όλες τις περιοχές της Ελλάδας που έχει σχέση με τη ζωή και τη λαϊκή τέχνη των Σαρακατσάνων, έτυχε Ευρωπαϊκής αναγνώρισης και βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μουσείων.
Υπάρχουν όμως μουσεία, μικρότερης ίσως εμβέλειας, και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας με υλικό από τη λαϊκή τέχνη και τη ζωή των Σαρακατσαναίων. Υπαίθριοι παραδοσιακοί οικισμοί ( Στάνες ) σε διάφορα μέρη της χώρας κατασκευάστηκαν από συλλόγους και αναβιώνουν σκηνές από την καθημερινή ζωή των Σαρακατσαναίων.
Σε συνέδρια πανελλήνια και ημερίδες με εισηγητές διάφορους επιστήμονες συζητούνται ποικίλα θέματα σχετικά με τους Σαρακατσαναίους. Το Πανελλήνιο Αντάμωμα στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου και άλλα τοπικά, σε θέσεις που συνήθως ξεκαλοκαίριαζαν οι Σαρακατσαναίοι., που γίνονται κάθε χρόνο καθώς επίσης, συνεστιάσεις, συνάξεις και χοροεσπερίδες βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Σαρακατσαναίων.
Τέτοια τοπικά ανταμώματα οργανώνονται στο Βελούχι (θέση Άγιοι Απόστολοι Μερκάδας) την δεύτερη Κυριακή του Ιουλίου από το Σύνδεσμο Σ. Φθιώτιδας, στην Πάρνηθα ( στη θέση Μόλα) του Αγίου Πνεύματος από τους Συλλόγους Σαρακ. Αττικής, στο Γυφτόκαμπο ( κεντρικό Ζαγόρι Ηπείρου ) την πρώτη Κυριακή του Αυγούστου από την Αδελφότητα Σαρακ. Ηπείρου, στην Ελατειά Δράμας ( θέση Μπουζάλα ) στις 20 Ιουλίου από τους Συλλόγους Σ.Αν. Μακεδονίας και Θράκης,στο όρος Βόρας (Καϊμακτσαλάν) στις 22 Αυγούστου από τους Συλλ. Σαρακ. κεντρικής Μακεδονίας,καθώς και Βοιωτίας, Αιτωλοκαρνανίας,Πρέβεζας, Θεσπρωτίας, β. Πελοποννήσου κ. α.
Επίσης στη Βουλγαρία στο όρος Καραντίλα ( Σλίβεν ) από την Ομοσπονδία Συλλ. Σαρακ., που έχουν μείνει εκεί μετά το κλείσιμο των συνόρων, αλλά διατηρούν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα της Σαρακ. παράδοσης.

Πότε και πως προέκυψαν τα Ποντιακά επώνυμα

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, μοτοσικλέτα, πίνακας και υπαίθριες δραστηριότητες


Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος

Πότε και πως προέκυψαν τα Ποντιακά επώνυμα με καταλήξεις -ίδης, -άδης, -όγλου κλπ.

Από τη βυζαντινή εποχή σε ρόλο επώνυμου άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα παρωνύμια ως συνοδευτικά του βαφτιστικού ονόματος. Παράλληλα, για τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες καθιερώθηκαν οικογενειακά ονόματα και ονόματα γενεών, τα οποία προέρχονται από τίτλους και αξιώματα.

Κατά την τουρκοκρατία χρησιμοποιούνταν το πατρώνυμο ως συνοδευτικό του κύριου ονόματος. Όσον αφορά στα ποντιακά επίθετα, αυτά άρχισαν να παίρνουν συγκεκριμένες καταλήξεις με κυρίαρχες αυτή σε «-ίδης» και «-άδης» από τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν επετράπη από την τουρκική κυβέρνηση η ίδρυση επίσημων ελληνικών σχολείων στον Πόντο, ενώ μέχρι τότε υπήρχαν τα εκκλησιαστικά παλαιού τύπου σχολεία. Η ανάγκη καταγραφής των μαθητών σε μητρώα και καταλόγους, αλλά και η επιθυμία των διδασκάλων για την ελληνική παιδεία και μόρφωση, τους ώθησε να προσθέσουν την αρχαιοπρεπή κατάληξη «-ίδης» στο επώνυμο που είχαν μέχρι τότε οι μαθητές. Βέβαια αρκετά παρέμειναν στην τουρκικής επιρροής κατάληξή τους σε -όγλου (αντίστοιχη του δικού μας -ίδης) που σημαίνει «παιδί του…» διατηρώντας ως ρίζα την ελληνική η και τουρκική λέξη παραγωγής τους, όπως Αράπογλου, Γιάσογλου, Παπάζογλου, Εκμεκτσόγλου (αυτός που παρασκευάζει ψωμί, ο φούρναρης), Κιλπζογλου (ο αξιωματούχος η απλά στρατιωτικός «Σπαθόπουλος»), Ζουρνατζόγλου (αυτός που παίζει το ζουρνά, πνευστό λαϊκό όργανο).

Εξετάζοντας τα ποντιακά και μικρασιάτικα επώνυμα διαπιστώνουμε πως ταξινομούνται σε επώνυμα που προέρχονται από πατρώνυμα, επαγγέλματα, τοπωνύμια και χαρακτηριστικά ή παρατσούκλια. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα επίθετα από κάθε κατηγορία:
Πατρωνυμικά-Μητρωνυμικά: Αβραμίδης, Αναστασιάδης, Αντωνιάδης, Αποστολίδης, Βασιλειάδης, Γεωργιάδης, Γρηγοριάδης, Δεσποινιάδης, Εμμανουηλίδης, Θεοδωρίδης, Ιασωνίδης, Ιορδανίδης, Ιωακειμίδης, Κωνσταντινίδης, Μιχαηλίδης, Νικολαΐδης, Πασχαλίδης, Πετρίδης, Σαββίδης, Φιλιππίδης, Χριστοφίδης.

Επίθετα από επαγγέλματα-αξιώματα: Ακριτίδης (ακρίτας, φρουρός ίων συνόρων), Αμπατζίδης (κατασκευαστής μάλλινων υφασμάτων), Αρζουχαλτζής (ειδικός γραμματέας-δικολάβος στην τουρκική διοίκηση), Ζουρνατζίδης (ο μουσικός που παίζει ζουρνά), Ζυμαρίδης (αυτός που παρασκευάζει ψωμί, ο φούρναρης), Καζαντζίδης (καζαντζής= χαλκιάς), Καλαϊτζίδης (καλαϊτζίδης= γανωματής), Καρβουνίδης (= ο έμπορος κάρβουνου) Κεμεντζετσίδης (κεμεντζετζής= λυράρης), Κουγιουμτζίδης ή Κοεμτζίδης (κουγιουμτζής= αργυροχρυσοχόος), Μελάς (ο παραγωγός η έμπορος μελιού), Οικονομίδης, Τσιλιγκιρίδης (κλειδαράς), Ουσταμπασίδης (ουστάμπασης= αρχιτεχνίτης, αρχιμεταλλουργός), Πατρικίου, Πεχλιβανίδης (πεχλιβάνης=παλαιστής), Σεφεριάδης (πολεμιστής<σεφέρι= πόλεμος), Σιδερίδης Συγγελίδης (από το εκκλησιαστικό οφίκιο του «συγκέλου» Σύμβουλος του επισκόπου που έμενε μαζί του, στο ίδιο κελί.), Τερζίδης (ράφτης), Υφαντίδης.

Επίθετα από τοπωνύμια: Κανετίδης (ο καταγόμενος από την Αργυρούπολη, από την ονομασία Καν(ιν) της Αργυρούπολης, Κογκαλίδης (από το χωριό Κογκά της Τραπεζούντας), Κοροξενίδης (από το χωριό Κορόνιξα η Κορόξενα της Αργυρούπολης), Μουρατχανίδης (από το χωριό Μουραχτάν), Νικοολιτίδης (από τη Νικόπολη, συναντάται ακόμη και ως Καραχισαρίδης από την τουρκική ονομασία της Νικόπολης «Καραχισάρ»), Λαρχανίδης (από τη Λαραχανή), Πολατίδης (από την περιοχή Πολάτ), Τοκατλίδης (από την Τοκάτη).
Επίθετα από παρατσούκλια και χαρακτηριστικά: Ασικίδης (λεβέντης), Ασλανίδης (από το aslan= λιοντάρι), Ατματζίδης (από το atmaca= γεράκι), Ζαρογουλίδης (αυτός που έχει στραβό λαιμό), Καβουκίδης (από το καβούκ= όστρακο), Καμπουρίδης, Καπασακαλίδης (αυτός που έχει χοντρό πηγούνι), Καρακασίδης (αυτός που έχει μαύρα φρύδια), Κοτσαμπουϊκίδης (= αυτός που έχει μεγάλο μουστάκι), Κωφίδης, Ποζίδης (ξανθός ή σταχτής), Τζεζαϊρλίδης (ναυτικός μελαμψός) Τζιντζής (παιχνιδιάτορας, ταχυδακτυλουργός), Τσαχουρίδης (γαλανομάτης η ξανθός), Τοπαλγιαννίδης (ο γυιος του κουτσού Γιάννη), Τοσουνίδης (ο γλυκούλης, αφράτος), Τσιρκινίδης (άσχημος).

Προσθέτουμε τέλος ως μία αρκετά μεγάλη κατηγορία τα επίθετα με πρώτο συνθετικό το «Χατζή-», που σημαίνει τον προσκυνητή των Αγίων Τόπων, όπως Χατζηαγγελίδης, Χατζηγεωργίου, Χατζηεφραιμίδης, Χατζηιωακειμίδης, Χατζημιχάλης, Χατζηνικολάου, Χατζηπάνος.

Το γεγονός ότι μερικά από τα επώνυμα και όχι μόνο της ποντιακής, που δηλώνουν επάγγελμα η χαρακτηριστικό προέρχονται από τουρκικές λέξεις, δε σημαίνει ότι υστερούν εθνικά. Η μακραίωνη υποδούλωση του ελληνικού έθνους στους Τούρκους είχε ως αποτέλεσμα κάποιες λέξεις της τουρκικής να ενσωματωθούν στην ποντιακή αλλά και στη νεοελληνική. Άλλωστε, τέτοια φαινόμενα παρατηρούνται μεταξύ γειτονικών λαών.

Στην Ιλιάδα και Οδύσσεια ο Αγαμέμνονας λέγεται και Ατρείδης (γιος του Ατρέα) ο Ορέστης αναφέρεται και ως Αγαμεμνονίδης (γιος του Αγαμέμνονα) ο Οδυσσέας φέρει και το όνομα Λαερτ-ιάδης (γιος του Λαέρτη) και ο Μαχάων ακούει και στο Ασκληπ-ιάδης (γιος του Ασκληπιού). Πάνω από 3.000 χρόνια συνεχώς και χωρίς κανένα κενό, οι Έλληνες ονομάζονται με επώνυμα που λήγουν σε - ίδης και -ιάδης, και όχι μόνο οι Έλληνες της του ελλαδικού χωρου αλλα και της και της διασποράς. Μάλιστα από το 1922 και πολλοί μικρασιάτες πρόσφυγες για "ελληνοποίηση" των επωνύμων τους που είχαν θέματα τούρκικα, όπωςε ο Δεμερτζίδης (Σιδερίδης), ο Ακίδης (Ασπρούλης), ο Καζαντζίδης (΄γιος ή απογονος Καζανά) κ.ά.

Τ α σε -ίδης και -ιάδης επώνυμα, λοιπν, πολλαπλασιάστηκαν πολύ μετά την μικρασιατική καταστροφή. Οι πρόσφυγες δεν είχαν σταθερά επώνυμα, όπως και οι Τούρκοι, των οποίων τα επώνυμα καθόρισε με νόμο ο Κεμάλ του 1929. Οι επιτροπές υποδοχής των Ελλήνων προσφύγων έκαναν και χρέη αναδόχων. Σε πολλούς γιους Γιάννηδων έδωσαν το επώνυμο Ιωαννίδης, το παιδί του Κώστα το είπαν Κωνσταντινίδη, ενώ παράλληλα έκαναν και το έργο του εξελληνισμού των επωνύμων: τον Μπαϊρακτάρη τον έκαναν Σημαιοφορίδη, τον Εκμέκογλου Ψωμιάδη.

Στα ετυμολογούμενα επώνυμα έχουν επισημανθεί 65 παραγωγικές καταλήξεις από τις οποίες ξενικής προέλευσης είναι οι παρακάτω: -(ο)πουλος, από το λατινικό pullus (πουλαράκι, πουλάκι) και τον ένθετο φθόγγο ο. Η σημασία της ξεκίνησε από νεοσσούς: αετόπουλο, ορνιθόπουλο, παιδόπουλο, παπαδόπουλο. Σήμερα η υποκοριστική σημασία της δεν είναι αντιληπτή και περισσότερο την αισθανόμαστε ως πατρωνυμική: Αναγνωστόπουλος, γιος του Αναγνώστη. Ήδη στη βυζαντινή εποχή χρησιμοποιείται ως πατρωνυμική κατάληξη (Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος, γιος ή απόγονος του Αργυρού ή του Στρατηγού) με αμβλυμμένη την υποκοριστική σημασία.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών

ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών και το κλεμμένο όνομα! Η ιστορία μας ξεκινάει από την Οθωμανική αυτοκρατ...