Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Οι νερόμυλοι του λεκανοπεδίου Μουριών.


Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες

Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος
Αναμνήσεις από την κατοχή και την πείνα.
Αφηγείται ο Παύλος-Σωκράτης Παυλίδης.
Οι Γερμανοί από τον πρώτο χρόνο της κατοχής τους στην Ελλάδα το 1941, άδειασαν τις αποθήκες σιτηρών και οι φούρνοι δεν έβγαζαν ψωμί. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, τα χωριά του λεκανοπεδίου των Μουριών Κιλκίς υπήρξαν το σωσίβιο για τη ζωή πολλών σκορπισμένων και πεινασμένων, που έφταναν καθημερινά από τη Θεσσαλονίκη με τα πόδια, αλλά και από άλλες μακρινότερες περιοχές, για να βρουν μια χούφτα καλαμποκίσιο αλεύρι ή άλλα δημητριακά.
Οι εικόνες εκείνες με την πείνα δεν περιγράφονται. Θυμάμαι καλά δύο νέους άντρες, έναν από τη Θεσσαλονίκη, όπως είπε-δεν θυμάμαι το όνομά του-και έναν από τον Πειραιά, τον Θανάση Καρδάση. Είχαν φτάσει στο χωριό Ροδώνα με τα πόδια. Παρακάλεσαν τον πατέρα μου, που ήταν και εκείνος νέος-40 χρόνων τότε-να μείνουν για λίγες μέρες στο σπίτι μας και να τρώνε ένα πιάτο φαγητό.
Το σπίτι μας δεν ήταν μεγάλο, η οικογένεια ήταν μεγάλη, και όμως, ο πατέρας μου τους δέχτηκε. Ήταν άνθρωποι. Ήταν άνθρωποι ευγενικοί. Έφευγαν το πρωί και γύριζαν το βράδυ. Η μάνα μου τους έφτιαχνε κάθε πρωί παπάρα με ολόπαχο πρόβειο γάλα που το είχαμε μπόλικο. Τα βράδια πίτες, γαλατόπιτες, κολοκυθόπιτες, πατάτες βραστές. Αυτό ήταν το φαγητό του μουσαφίρη. Συχνά μαγείρευε κατσαμάκια. Αυτό το μαγείρευε η γιαγιά μου Μάρθα Αναστασιάδου - η Σιχούνα - μάνα της μάνας μου Καλλιόπης. Ήταν τεχνίτισσα, αφού με το κατσαμάκι μεγάλωσε πέντε εγγόνια τον καιρό της πείνας του 1941. Όταν το έβγαζε από τη φωτιά, το άπλωνε μέσα σε ένα ταψί και στη συνέχεια έβαζε το ζεματιστό από πρόβειο καβουρμά. Όλοι τρώγαμε μέσα από το ταψί. Μοσχομύριζε όλο το σπίτι. Η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1865 στο Μαντέν του Μεσουντιέ του Πόντου.
Στην κατοχή ο σιδηροδρομικός σταθμός Μουριών ήταν ο κεντρικός σταθμός πεινασμένων ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου. Οι Μουριώτες φιλοξένησαν ανθρώπους πεινασμένους. Όλοι οι Μουριώτες είχαν ζωντανά, έσφαζαν και κανένα.
Στην περιοχή λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι στην αράδα, σε περίπου χίλια μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Το νερό κινούσε τον πρώτο μύλο και στη συνέχεια τους άλλους και χυνόταν στη λίμνη Δοϊράνη. Ήταν οι μυλωνάδες του λεκανοπεδίου των Μουριών, ο Ιωάννης Καζαντζίδης από τη Ροδώνα, ο Δημήτριος Χατζόπουλος από το Ακίντζαλι, και ο Δημήτριος Ζωίδης από τα Κρητικά.
Έρχονταν στον κάμπο των Μουριών, στο θέρος, και εκείνοι που μάζευαν "μπασάκια", δηλαδή τα παρατημένα από τους γεωργούς στάχυα. Αφού μάζευαν ικανή ποσότητα, τα κοπάνιζαν με τον κόπανο, τα λίχνιζαν για να ξεχωρίσουν το σιτάρι από τα άχυρα και τα είχαν έτοιμα για χρήση. Μερικοί χτυπούσαν τα στάχυα στο γουδί, άλλοι τα άλεθαν στον χειρόμυλο και τα έκαναν πλιγούρι για τσορβά (σουρβά) και πιλάφι.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Μετά έδειξαν αρπαχτικές διαθέσεις. Έπαιρναν δεμάτια σιτάρι, Οι πεινασμένοι γύρευαν μια χούφτα αλεύρι γύρω στους νερόμυλους.
Είχαμε ένα κοπάδι πρόβατα, που τα φύλαγα, όταν ήμουν 14-15 χρόνων. Έβλεπα τους πεινασμένους στο λιβάδι, ομάδες να ανάβουν φωτιές και να ψήνουν χελώνες για να τις φάνε. Χτυπούσαν τη χελώνα στο καύκαλο, που άνοιγε σαν πιάτο.
Έρχονταν από παντού Θεσσαλονικείς και άλλοι και έδιναν τα χρυσαφικά τους για λίγη τροφή. Περήφανος ο προσφυγικός κόσμος των Μουριών, έδινε ό,τι μπορούσε, χωρίς αντάλλαγμα.
Έδιναν χειροκίνητες ραπτομηχανές για ένα κομμάτι ψωμί.
Πως να ξεχαστούν οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, των θλιβερών χρόνων της πείνας! Ο κόσμος ανάστατος, πήγαινε από χωριό σε χωριό. Οι δύο ξένοι χώρισαν. Ο Θεσσαλονικιός έσμιξε με άλλους γνωστούς. Ο Θανάσης Καρδάσης, από τον Πειραιά, έγινε γελαδάρης-τσομπάνος-στο χωριό Ροδώνα. Φύλαγαν τα ζώα μαζί με τον Παναγιώτη Παλτσίδη ή Μαυρομάτη, από τα Κάτω Πορόια των Σερρών,που ήταν πρόσφυγας στο χωριό, λόγω της κατοχής του χωριού του από τους Γερμανούς και τους Βυλγάρους. Στην αρχή περίπου του 1942 έφυγαν και οι δύο στο βουνό, με τους αντάρτες του ΕΑΜ και δεν τους ξαναείδαμε.

Μαθαίνω την ιστορία των κατοίκων του χωριού μου. ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, βουνό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: 7 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Φωτογραφίες και κείμενο
Μαθαίνω την ιστορία των κατοίκων του χωριού μου.
ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ
Η καταγωγή τους και η πορεία τους στο χρόνο.
Προϋπήρχαν των προσφύγων του Πόντου και της Μικράς Ασίας στο λεκανοπέδιο των Μουριών.
Οι Σαρακατσαναίοι είναι ένα αρχαιοελληνικό φύλο. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά (βνά-στράτα-χειμαδιά) διασκορπισμένοι σ' ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.
Κοιτίδα των Σαρακατσαναίων ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ, χώρος που λόγω της γεωφυσικής του κατάστασης ήταν απάτητος, δεν ήταν γραμμένος πουθενά και γι' αυτό κατοικούνταν από αυτόνομους και ελεύθερους ανθρώπους.
Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.
Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες.
Σύμφωνα με τη Σαρακατσάνικη παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους.
Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σαρακατσαναίοι φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς(σκηνίτες).
Γι' αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσ(ι)άν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες».
Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσάνος».Μια άλλη πιθανή ετυμολογία είναι από την τουρκική λέξη σαράν που σημαίνει «φορτώνειν» ή σαράι (=κατοικία,κονάκι) και την τουρκική μετοχή κατσιάν=φυγάς, ανυπότακτος, (σαράν + κατσάν = Σαρακατσάνος) γιατί από καιρό σε καιρό φόρτωναν τα πράγματά τους και μετακινούνταν με τα κοπάδια τους και γι' αυτό τους έδωσαν αυτό το όνομα (παρατσούκλι) οι Τούρκοι.
"Κατοικούμε εδώ από τότε που ο Θεός έφτιαξε αυτόν τον ευλογημένο τόπο με τα βνά και τα ποτάμια,τον ήλιο και το φεγγάρι. Από τότε κρατάει η γενιά μας,έλεγαν οι γερόντοι Σαρακατσάνοι"
Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου.
Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σαρακατσάνοι, οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας. Διατήρησαν τα έθιμα, τις συνήθειες και τους κανόνες συμπεριφοράς και διαβίωσης κατά τρόπο πιστό και αυθεντικό. Στηρίχθηκαν στα παραδοσιακά τους έθιμα και στην ελληνική τους ταυτότητα και δεν επέτρεψαν στην περιβάλλουσα αλλοεθνή και ξενόγλωσση κοινωνία να εισβάλλει στη δική τους.
Η οικονομική τους ευρωστία και αυτονομία και η διαβίωσή τους σε καλλίτερες υλικές συνθήκες τους οδήγησε, σε μια ουσιαστικά και τυπικά, εσωτερίκευση, τήρηση και εφαρμογή των εθιμικών κανόνων διαβίωσης και κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η χρήση μιας και μόνο γλώσσας, της Ελληνικής, αποδεικνύει ότι οι
Σαρακατσιαναίοι είναι διαφορετικοί από τους Βλάχους,( Οι Βλάχοι ή Αρμάνοι,ή Αρωμάνοι,ή Αρμούνοι,ή Αρωμούνοι της Ελλάδας γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές:
Κουτσόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι, κ.λπ. ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Βλαχόφωνοι Έλληνες) που μιλούσαν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα.
Επειδή η λέξη βλάχος(με β μικρό) χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον άνθρωπο που έχει πρόβατα, τον κτηνοτρόφο, τον βοσκό και επειδή η κτηνοτροφική ζωή ήταν κοινό τους στοιχείο, επήλθε σύγχυση πότε ένας βλάχος (=αυτός που έχει πρόβατα, ο κτηνοτρόφος, ο βοσκός) είναι Σαρακατσιάνος και πότε Βλάχος (=Βλαχόφωνο ).
Με τη διαφορά όμως ότι οι Σαρακατσαναίοι ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ζούσαν νομαδικά και ημινομαδικά, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σαρακατσάνοι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα εγκατέλειψαν το νομαδισμό.
Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν..
Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων.
Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας ( αρχιποιμένας ), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος,τολμηρός, έντιμος και δίκαιος.
Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο ( ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε- μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά ( τεφτέρια ).
Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα ή καθόλου πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Με τα πρόβατα αλλά και τα άλλα ζώα τους έδενε στενή σχέση. Τα φρόντιζαν και τα πρόσεχαν ιδιαίτερα, αφού ήταν γι' αυτούς όλη τους η περιουσία.
Το σπίτι των Σαρακατσαναίων ( το κονάκι ), που το κατασκεύαζαν μόνοι τους, ήταν ένα καλύβι με σάλωμα και ήταν δυο τύπων: α) το ορθό κονάκι ( κωνοειδής καλύβα ), που κατέληγε στην κορυφή του σε σταυρό και είχε στο κέντρο την εστία ( φωτογώνι ) και γύρω-γύρω διασκευασμένους χώρους όπου τοποθετούσαν ρούχα, είδη μαγειρικής κ.τ.λ., ενώ υπήρχε σταθερή θέση για το εικόνισμα β) ο πλάγιος τύπος με δίρριχτη στέγη που κατασκευαζόταν από κορμούς δέντρων, ξύλα ( πελεκούδια ) και κλαδιά ελάτων ( μπάτσες ).
Τα «κονάκια», ο οικισμός δηλ. το σύνολο των νομαδικών οικογενειών αποτελούσε τη Στάνη. Στάνη και τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα. Το αντίστροφο όχι.
Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της.
Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας, ο πατέρας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός. Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη, η καλή ανατροφή και ο καλός ψυχικός κόσμος.
Το αγόρι έπρεπε να ήταν σεμνό, συγκρατημένο στις πράξεις, τα λόγια και τους τρόπους του. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε καθημερινά αναλάβει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού ( να φέρει ξύλα, ν' ανάψει φωτιά, να φέρει νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, να περιποιηθεί τα παιδιά, να κάμει το νοικοκυριό του κονακιού κ.τ.λ. ), αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων ( παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, κατασκευή, στρώσιμο, ξέστρωμα μαντριών κ.τ.λ. ).
Η ρόκα, για το γνέσιμο του μαλλιού, ήταν η αχώριστη συντροφιά της. Όπου κι αν πήγαινε την είχε μαζί της. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σαρακατσάνα ευχαρίστηση και «σκόλη». Εκείνο όμως που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Η Σ. ήταν μια αφανής ηρωίδα της καθημερινής ζωής. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν γίνονταν μητέρα.
Η παιδεία των Σαρακατσάνων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους στις ορεινές περιοχές δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Είχαν όμως μια βαθιά αίσθηση του ελληνικού γλωσσικού οργάνου. Από τις αφηγήσεις τους διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.
Οι Σαρακατσάνοι ήταν πιστοί χριστιανοί, χωρίς μεγάλη θεωρητική κατάρτιση.
Τελούσαν όμως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και ένιωθαν δέος για τα μυστήρια, ειδικά του γάμου και της βάπτισης. Τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και τις ονομαστικές γιορτές τις γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια, όπου κι αν βρίσκονταν. Γλεντούσαν συχνά με χορό και τραγούδια. Τα τραγούδια, προϊόν ιστορικής και συναισθηματικής εσωτερίκευσης γεγονότων και καταστάσεων, κατατάσσονται σε ενότητες: στα κλέφτικα, στα ποιμενικά, της Χαράς ( γάμου ) της αγάπης, του χωρισμού και της ξενιτιάς.
Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Το παίξιμο της φλογέρας - το κατεξοχήν μουσικό όργανο - για το Σαρακατσάνο τσοπάνη ήταν μια ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα γλεντούσαν, όταν γίνονταν κάποιος γάμος στο τσελιγκάτο. Ο γάμος μαζί με τη γέννηση των παιδιών αποτελούσε τους δυο κύριους πόλους της Σαρακατσάνικης κοινωνίας.
Ο γάμος ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο πολυδιάστατο, με ένα κύκλο πράξεων, στάσεων, συμβόλων και συμπεριφορών. Χαρακτηριστικό του ήταν η ενδογαμία. Κοινωνικός σκοπός του γάμου ήταν η αναπαραγωγή ( γέννηση και ανατροφή παιδιών ) και η κοινωνική κατανομή της εργασίας. Αλλά, και το θάνατο περιβάλουν με ένα κύκλο εκδηλώσεων και πράξεων που φανερώνει ότι ήταν προετοιμασμένοι για το αναπόφευκτο αυτό γεγονός.
Στις μετακινήσεις τους, στο ξεκαλοκαιριό ή το χειμαδιό, είχαν πάντα μαζί τους τη νεκροαλλαξιά. Τα τσελιγκάτα συνέβαλαν αποφασιστικά στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Στην επανάσταση του 1821 οι Σαρακατσαναίοι ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς - όπως και όλοι οι άνθρωποι του βουνού - και της εξασφάλιζαν τα απαραίτητα.
Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Πολλοί ήταν και οι επώνυμοι Σαρακατσάνοι αγωνιστές (αρματολοί και κλέφτες) της προεπαναστατικής και της επαναστατικής περιόδου, όπως οι αρματολοί του Καρπενησίου Συκάδες, ο Β. Δίπλας, ο Χασιώτης και ο Λεπενιώτης (αδέλφια του Κατσαντώνη), ο Φαρμάκης, ο Γ. Τσόγκας, ο Αραπογιάννης, ο Λιάκος και κυρίως τα καμάρια των Σαρακατσαναίων, ο Κατσαντώνης και ο Καραϊσκάκης πολεμιστές και καπετάνιοι των Αγράφων, Τζουμέρκων και Ρούμελης.
Στον Μακεδονικό Αγώνα βοήθησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα ως οδηγοί, αγγελιοφόροι, τροφοδότες και σύνδεσμοι. Περιέθαλψαν τραυματίες στις στάνες τους, διέθεσαν τρόφιμα, ιματισμό, μετέφεραν όπλα και συμμετείχαν οι ίδιοι στα αντάρτικα σώματα, όπως ο οπλαρχηγός Κ. Γαρέφης κ. α. Ο Παύλος Μελάς συνεργάστηκε στενά με τους Σ. Ανώνυμοι αγωνιστές επίσης αντιστάθηκαν σ' όλους τους κατακτητές.
Αυτό που άφησαν πίσω τους ως κληρονομιά οι Σαρακατσαναίοι δεν είναι μαρμάρινα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής, βιβλία προγονικά, αλλά μας κληροδότησαν υπέροχα ξυλόγλυπτα και όμορφα υφαντά, αντικείμενα που φιλοτέχνησαν για να κάνουν τη ζωή τους ευκολότερη.
Η γυναίκα έφτιαχνε μόνη της τις αντρικές και γυναικείες φορεσιές. Μετά τον κούρο, το ξάσιμο του μαλλιού, το γνέσιμο, η ύφανση, το ράψιμο ήταν δικιά της δουλειά. Οι Σαρακατσαναίοι δε φόρεσαν ποτέ άλλο ξενικό ύφασμα, παρά μονάχα υφάσματα δικής τους κατασκευής.
Η χαρακτηριστική σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων στις φορεσιές, τα υπέροχα χρώματα και σχέδια στις «παναούλες», τις μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο ύφασμα, ο ολοκέντητος κόκκινος φλάμπουρας του γάμου με θέματα αυστηρής συμμετρίας ανάμεσα και γύρω από τις τέσσερις γωνίες του σταυρού είναι μερικά από τα στοιχεία της Σαρακ. τέχνης.
Σήμερα η ποιοτική μεταβολή και ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σαρακατσαναίων είναι πραγματικότητα. Η κάθοδός τους από τα βουνά στις πεδιάδες, η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου, η αγροτική διαβίωση (ένα μικρό ποσοστό ασχολείται με την κτηνοτροφία) αλλά και η ενασχόληση με ελεύθερα επαγγέλματα, η συμμετοχή τους στις μισθωτές υπηρεσίες, ιδιωτικές και δημόσιες, η ανάδειξή τους στην επιστήμη, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική διαμόρφωσαν μια Σαρακ. κοινωνία που συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό.
Ιδιαίτερα διέπρεψαν στις επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει τομέας στον επαγγελματικό χώρο, στον οποίο να μην έχουν συμμετοχή οι Σ. Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν. Φιλήσυχοι και φιλόξενοι, νομοταγείς, αξιοπρεπείς, εργατικοί και αξιόπιστοι διακρίνονται για το μαχητικό τους πνεύμα, το σφρίγος και την αγωνιστικότητά τους...
Από το 1960 και μετά, που οι Σαρακατσάνοι διασκορπίστηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σαρανταπέντε πολιτιστικοί σύλλογοι και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων ( ΠΟΣΣ ) προσπαθούν να κρατήσουν
και να συνεχίσουν τη Σ. παράδοση και να αντισταθούν στην αφομοιωτική και ισοπεδωτική τάση της εποχής μας, με το να συγκεντρώνουν και να καταγράφουν τα Σ. τραγούδια, να μαθαίνουν τους χορούς στους νέους, διατηρώντας δικά τους χορευτικά συγκροτήματα.
Με τα τμήματα γερόντων αναπαράγουν το πλούσιο και ανεξάντλητο υλικό, αφού οι γέροντες είναι οι μοναδικοί αδιάψευστοι μάρτυρες της Σαρακ. ιστορίας. Μεγάλη είναι η προσφορά στη διάδοση του Σαρακ. τραγουδιού, των Σ. τραγουδιστών, επαγγελματιών και μη, που έχουν ηχογραφήσει σε δίσκους και κασέτες τα τραγούδια τους.
Το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων στις Σέρρες, όπου εκτίθεται αυθεντικό υλικό απ' όλες τις περιοχές της Ελλάδας που έχει σχέση με τη ζωή και τη λαϊκή τέχνη των Σαρακατσάνων, έτυχε Ευρωπαϊκής αναγνώρισης και βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μουσείων.
Υπάρχουν όμως μουσεία, μικρότερης ίσως εμβέλειας, και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας με υλικό από τη λαϊκή τέχνη και τη ζωή των Σαρακατσαναίων. Υπαίθριοι παραδοσιακοί οικισμοί ( Στάνες ) σε διάφορα μέρη της χώρας κατασκευάστηκαν από συλλόγους και αναβιώνουν σκηνές από την καθημερινή ζωή των Σαρακατσαναίων.
Σε συνέδρια πανελλήνια και ημερίδες με εισηγητές διάφορους επιστήμονες συζητούνται ποικίλα θέματα σχετικά με τους Σαρακατσαναίους. Το Πανελλήνιο Αντάμωμα στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου και άλλα τοπικά, σε θέσεις που συνήθως ξεκαλοκαίριαζαν οι Σαρακατσαναίοι., που γίνονται κάθε χρόνο καθώς επίσης, συνεστιάσεις, συνάξεις και χοροεσπερίδες βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Σαρακατσαναίων.
Τέτοια τοπικά ανταμώματα οργανώνονται στο Βελούχι (θέση Άγιοι Απόστολοι Μερκάδας) την δεύτερη Κυριακή του Ιουλίου από το Σύνδεσμο Σ. Φθιώτιδας, στην Πάρνηθα ( στη θέση Μόλα) του Αγίου Πνεύματος από τους Συλλόγους Σαρακ. Αττικής, στο Γυφτόκαμπο ( κεντρικό Ζαγόρι Ηπείρου ) την πρώτη Κυριακή του Αυγούστου από την Αδελφότητα Σαρακ. Ηπείρου, στην Ελατειά Δράμας ( θέση Μπουζάλα ) στις 20 Ιουλίου από τους Συλλόγους Σ.Αν. Μακεδονίας και Θράκης,στο όρος Βόρας (Καϊμακτσαλάν) στις 22 Αυγούστου από τους Συλλ. Σαρακ. κεντρικής Μακεδονίας,καθώς και Βοιωτίας, Αιτωλοκαρνανίας,Πρέβεζας, Θεσπρωτίας, β. Πελοποννήσου κ. α.
Επίσης στη Βουλγαρία στο όρος Καραντίλα ( Σλίβεν ) από την Ομοσπονδία Συλλ. Σαρακ., που έχουν μείνει εκεί μετά το κλείσιμο των συνόρων, αλλά διατηρούν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα της Σαρακ. παράδοσης.

Πότε και πως προέκυψαν τα Ποντιακά επώνυμα

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, μοτοσικλέτα, πίνακας και υπαίθριες δραστηριότητες


Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος

Πότε και πως προέκυψαν τα Ποντιακά επώνυμα με καταλήξεις -ίδης, -άδης, -όγλου κλπ.

Από τη βυζαντινή εποχή σε ρόλο επώνυμου άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα παρωνύμια ως συνοδευτικά του βαφτιστικού ονόματος. Παράλληλα, για τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες καθιερώθηκαν οικογενειακά ονόματα και ονόματα γενεών, τα οποία προέρχονται από τίτλους και αξιώματα.

Κατά την τουρκοκρατία χρησιμοποιούνταν το πατρώνυμο ως συνοδευτικό του κύριου ονόματος. Όσον αφορά στα ποντιακά επίθετα, αυτά άρχισαν να παίρνουν συγκεκριμένες καταλήξεις με κυρίαρχες αυτή σε «-ίδης» και «-άδης» από τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν επετράπη από την τουρκική κυβέρνηση η ίδρυση επίσημων ελληνικών σχολείων στον Πόντο, ενώ μέχρι τότε υπήρχαν τα εκκλησιαστικά παλαιού τύπου σχολεία. Η ανάγκη καταγραφής των μαθητών σε μητρώα και καταλόγους, αλλά και η επιθυμία των διδασκάλων για την ελληνική παιδεία και μόρφωση, τους ώθησε να προσθέσουν την αρχαιοπρεπή κατάληξη «-ίδης» στο επώνυμο που είχαν μέχρι τότε οι μαθητές. Βέβαια αρκετά παρέμειναν στην τουρκικής επιρροής κατάληξή τους σε -όγλου (αντίστοιχη του δικού μας -ίδης) που σημαίνει «παιδί του…» διατηρώντας ως ρίζα την ελληνική η και τουρκική λέξη παραγωγής τους, όπως Αράπογλου, Γιάσογλου, Παπάζογλου, Εκμεκτσόγλου (αυτός που παρασκευάζει ψωμί, ο φούρναρης), Κιλπζογλου (ο αξιωματούχος η απλά στρατιωτικός «Σπαθόπουλος»), Ζουρνατζόγλου (αυτός που παίζει το ζουρνά, πνευστό λαϊκό όργανο).

Εξετάζοντας τα ποντιακά και μικρασιάτικα επώνυμα διαπιστώνουμε πως ταξινομούνται σε επώνυμα που προέρχονται από πατρώνυμα, επαγγέλματα, τοπωνύμια και χαρακτηριστικά ή παρατσούκλια. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα επίθετα από κάθε κατηγορία:
Πατρωνυμικά-Μητρωνυμικά: Αβραμίδης, Αναστασιάδης, Αντωνιάδης, Αποστολίδης, Βασιλειάδης, Γεωργιάδης, Γρηγοριάδης, Δεσποινιάδης, Εμμανουηλίδης, Θεοδωρίδης, Ιασωνίδης, Ιορδανίδης, Ιωακειμίδης, Κωνσταντινίδης, Μιχαηλίδης, Νικολαΐδης, Πασχαλίδης, Πετρίδης, Σαββίδης, Φιλιππίδης, Χριστοφίδης.

Επίθετα από επαγγέλματα-αξιώματα: Ακριτίδης (ακρίτας, φρουρός ίων συνόρων), Αμπατζίδης (κατασκευαστής μάλλινων υφασμάτων), Αρζουχαλτζής (ειδικός γραμματέας-δικολάβος στην τουρκική διοίκηση), Ζουρνατζίδης (ο μουσικός που παίζει ζουρνά), Ζυμαρίδης (αυτός που παρασκευάζει ψωμί, ο φούρναρης), Καζαντζίδης (καζαντζής= χαλκιάς), Καλαϊτζίδης (καλαϊτζίδης= γανωματής), Καρβουνίδης (= ο έμπορος κάρβουνου) Κεμεντζετσίδης (κεμεντζετζής= λυράρης), Κουγιουμτζίδης ή Κοεμτζίδης (κουγιουμτζής= αργυροχρυσοχόος), Μελάς (ο παραγωγός η έμπορος μελιού), Οικονομίδης, Τσιλιγκιρίδης (κλειδαράς), Ουσταμπασίδης (ουστάμπασης= αρχιτεχνίτης, αρχιμεταλλουργός), Πατρικίου, Πεχλιβανίδης (πεχλιβάνης=παλαιστής), Σεφεριάδης (πολεμιστής<σεφέρι= πόλεμος), Σιδερίδης Συγγελίδης (από το εκκλησιαστικό οφίκιο του «συγκέλου» Σύμβουλος του επισκόπου που έμενε μαζί του, στο ίδιο κελί.), Τερζίδης (ράφτης), Υφαντίδης.

Επίθετα από τοπωνύμια: Κανετίδης (ο καταγόμενος από την Αργυρούπολη, από την ονομασία Καν(ιν) της Αργυρούπολης, Κογκαλίδης (από το χωριό Κογκά της Τραπεζούντας), Κοροξενίδης (από το χωριό Κορόνιξα η Κορόξενα της Αργυρούπολης), Μουρατχανίδης (από το χωριό Μουραχτάν), Νικοολιτίδης (από τη Νικόπολη, συναντάται ακόμη και ως Καραχισαρίδης από την τουρκική ονομασία της Νικόπολης «Καραχισάρ»), Λαρχανίδης (από τη Λαραχανή), Πολατίδης (από την περιοχή Πολάτ), Τοκατλίδης (από την Τοκάτη).
Επίθετα από παρατσούκλια και χαρακτηριστικά: Ασικίδης (λεβέντης), Ασλανίδης (από το aslan= λιοντάρι), Ατματζίδης (από το atmaca= γεράκι), Ζαρογουλίδης (αυτός που έχει στραβό λαιμό), Καβουκίδης (από το καβούκ= όστρακο), Καμπουρίδης, Καπασακαλίδης (αυτός που έχει χοντρό πηγούνι), Καρακασίδης (αυτός που έχει μαύρα φρύδια), Κοτσαμπουϊκίδης (= αυτός που έχει μεγάλο μουστάκι), Κωφίδης, Ποζίδης (ξανθός ή σταχτής), Τζεζαϊρλίδης (ναυτικός μελαμψός) Τζιντζής (παιχνιδιάτορας, ταχυδακτυλουργός), Τσαχουρίδης (γαλανομάτης η ξανθός), Τοπαλγιαννίδης (ο γυιος του κουτσού Γιάννη), Τοσουνίδης (ο γλυκούλης, αφράτος), Τσιρκινίδης (άσχημος).

Προσθέτουμε τέλος ως μία αρκετά μεγάλη κατηγορία τα επίθετα με πρώτο συνθετικό το «Χατζή-», που σημαίνει τον προσκυνητή των Αγίων Τόπων, όπως Χατζηαγγελίδης, Χατζηγεωργίου, Χατζηεφραιμίδης, Χατζηιωακειμίδης, Χατζημιχάλης, Χατζηνικολάου, Χατζηπάνος.

Το γεγονός ότι μερικά από τα επώνυμα και όχι μόνο της ποντιακής, που δηλώνουν επάγγελμα η χαρακτηριστικό προέρχονται από τουρκικές λέξεις, δε σημαίνει ότι υστερούν εθνικά. Η μακραίωνη υποδούλωση του ελληνικού έθνους στους Τούρκους είχε ως αποτέλεσμα κάποιες λέξεις της τουρκικής να ενσωματωθούν στην ποντιακή αλλά και στη νεοελληνική. Άλλωστε, τέτοια φαινόμενα παρατηρούνται μεταξύ γειτονικών λαών.

Στην Ιλιάδα και Οδύσσεια ο Αγαμέμνονας λέγεται και Ατρείδης (γιος του Ατρέα) ο Ορέστης αναφέρεται και ως Αγαμεμνονίδης (γιος του Αγαμέμνονα) ο Οδυσσέας φέρει και το όνομα Λαερτ-ιάδης (γιος του Λαέρτη) και ο Μαχάων ακούει και στο Ασκληπ-ιάδης (γιος του Ασκληπιού). Πάνω από 3.000 χρόνια συνεχώς και χωρίς κανένα κενό, οι Έλληνες ονομάζονται με επώνυμα που λήγουν σε - ίδης και -ιάδης, και όχι μόνο οι Έλληνες της του ελλαδικού χωρου αλλα και της και της διασποράς. Μάλιστα από το 1922 και πολλοί μικρασιάτες πρόσφυγες για "ελληνοποίηση" των επωνύμων τους που είχαν θέματα τούρκικα, όπωςε ο Δεμερτζίδης (Σιδερίδης), ο Ακίδης (Ασπρούλης), ο Καζαντζίδης (΄γιος ή απογονος Καζανά) κ.ά.

Τ α σε -ίδης και -ιάδης επώνυμα, λοιπν, πολλαπλασιάστηκαν πολύ μετά την μικρασιατική καταστροφή. Οι πρόσφυγες δεν είχαν σταθερά επώνυμα, όπως και οι Τούρκοι, των οποίων τα επώνυμα καθόρισε με νόμο ο Κεμάλ του 1929. Οι επιτροπές υποδοχής των Ελλήνων προσφύγων έκαναν και χρέη αναδόχων. Σε πολλούς γιους Γιάννηδων έδωσαν το επώνυμο Ιωαννίδης, το παιδί του Κώστα το είπαν Κωνσταντινίδη, ενώ παράλληλα έκαναν και το έργο του εξελληνισμού των επωνύμων: τον Μπαϊρακτάρη τον έκαναν Σημαιοφορίδη, τον Εκμέκογλου Ψωμιάδη.

Στα ετυμολογούμενα επώνυμα έχουν επισημανθεί 65 παραγωγικές καταλήξεις από τις οποίες ξενικής προέλευσης είναι οι παρακάτω: -(ο)πουλος, από το λατινικό pullus (πουλαράκι, πουλάκι) και τον ένθετο φθόγγο ο. Η σημασία της ξεκίνησε από νεοσσούς: αετόπουλο, ορνιθόπουλο, παιδόπουλο, παπαδόπουλο. Σήμερα η υποκοριστική σημασία της δεν είναι αντιληπτή και περισσότερο την αισθανόμαστε ως πατρωνυμική: Αναγνωστόπουλος, γιος του Αναγνώστη. Ήδη στη βυζαντινή εποχή χρησιμοποιείται ως πατρωνυμική κατάληξη (Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος, γιος ή απόγονος του Αργυρού ή του Στρατηγού) με αμβλυμμένη την υποκοριστική σημασία.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, βουνό, σπίτι, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες


Φωτογραφίες και κείμενο


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Ακόμα ένας ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου, που χρονολογείται γύρω στα 1788 βρίσκεται στο παλαιό χωριό της Αγίας Παρασκευής του νομού Κιλκίς, στους πρόποδες του Μπέλλες. Χαρακτηρίζεται από πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο-ότι απέμεινε, στον οποίο κυριαρχεί η παραδοσιακή εικονογραφία των αρχών του 19ου αιώνα. Χτίστηκε από τους Βούλγαρους που κατοικούσαν εκείνη την περίοδο στην περιοχή.
Αρχικά οι νεοφερμένοι Έλληνες πρόσφυγες του 1922-23 χρησιμοποίησαν τη Βουλγάρικη εκκλησία της περιοχής ως είχε. Γρήγορα όμως εγκαταλείφτηκε και ερήμωσε. Σωστό ερείπιο επί χρόνια, παρέμενε απροστάτευτο στα στοιχειά της φύσης αλλά κυρίως στη βορά των διαφόρων ιερόσυλων κλεφτών της περιοχής. Αφαιρέθηκαν εικόνες και πολλά ιερά κειμήλια.
Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και την κάθοδο των προσφύγων στο σημερινό χωριό της Αγίας Παρασκευής, στα 1959 άρχισε το χτίσιμο της νέας εκκλησίας που εγκαινιάστηκε το 1981
Τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία των κατοίκων του χωριού αναστηλώθηκε η παλαιά εκκλησία στους πρόποδες του Μπέλλες και επαναλειτουργεί, κυρίως την ημέρα της γιορτής του Αγίου.
Το 1978 επισκεφθήκαμε την περιοχή και βγάλαμε μερικές φωτογραφίες με τον φίλο μου τον Δημήτρη Τσιφτσόπουλο-παιδιά τότε, από περιέργεια περισσότερο- εσωτερικά και εξωτερικά του μισογκρεμισμένου τότε ναού. Έπρεπε να σκύψεις για να μπεις μέσα από την γκρεμισμένη είσοδο. Θυμάμαι ακόμα τις υπέροχες τοιχογραφίες στους τοίχους και την οροφή, τις επιγραφές και τα ονόματα των Αγίων στη Βουλγάρικη γλώσσα, τα σπασμένα στασίδια, αλλά και τους γκρεμισμένους τοίχους και τον βανδαλισμό που επικρατούσε στο χώρο. Δυστυχώς οι φωτογραφίες αυτές δεν υπάρχουν-χάθηκαν.
Το εκκλησάκι του 1788-εκκλησία σήμερα, βρίσκεται στα βόρεια, έξω από το χωριό της Αγίας Παρασκευής, στο δρόμο προς το Μπέλλες. Οι παλιές τοιχογραφίες και η μαγευτική θέα προς τη Δοϊράνη και τον κάμπο των Μουριών το καθιστούν πόλο έλξης για όσους γνωρίζουν αυτόν τον κρυμμένο θησαυρό.

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΜΟΥΡΙΕΣ

Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, φυτό, γέφυρα, υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και νερό


Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό και υπαίθριες δραστηριότητες  Î— εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, φυτό, ουρανός, γρασίδι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση


Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, ωκεανός, υπαίθριες δραστηριότητες, κείμενο και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες, κείμενο και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, υπαίθριες δραστηριότητες, κείμενο και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: βουνό, ουρανός, κείμενο, υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και νερό

Φωτογραφίες και κείμενο
ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΜΟΥΡΙΕΣ
Θα θυμάστε βέβαια πριν μερικά χρόνια, όλοι και όλες σας, κάθε Πρωτομαγιά, Καθαροδευτέρα, Κυριακές, γιορτές κτλ όλο το Κιλκίς εδώ ερχόταν. Ήταν ο παράδεισός μας. Εκπληκτικό τοπίο, τεράστια πλατάνια, τάπερ με κεφτεδάκια, μουσαμάς κάτω, παιχνίδι, τρέξιμο, ανεμελιά μικρών και μεγάλων. Σχολεία από Θεσσαλονίκη; Χαμός. Αν ερχόταν και κανένας ξένος φίλος από μακριά, εδώ τον φέρναμε για να του δείξουμε με υπερηφάνεια, ότι ο τόπος μας έχει και ομορφιές. Ηρεμούσαμε, χαλαρώναμε, ξεσκάγαμε, σε έναν τόπο μοναδικό. Δεν έχει και πολλούς η περιοχή μας για να πας..
Είχε και 1-2 ταβέρνες που δούλευαν καλά. Έκαναν και ένα περίπτερο που ποτέ δεν λειτούργησε ως περίπτερο, αλλά για λίγο καιρό ως cafe. Ώσπου κάποια σαΐνια το ενέταξαν στο πρόγραμμα Natura 2000, για να το προστατεύσουν και να το σώσουν, και καλά. Από ποιον άραγε..; Και τι έκαναν οι αθεόφοβοι για το σώσουν; Το κλείδωσαν! Και απαγόρευσαν να πλησιάζουν πεζοί και αυτοκίνητα. Επιτέλους τα πουλάκια, και τα άλλα ζώα θα μπορούν να απολαύσουν την υπόλοιπη ζωή τους, μακριά από εμάς τους ενοχλητικούς επισκέπτες του Σαββατοκύριακου.😜
Πάει και η ταβέρνα, πάνε και οι επισκέψεις,. Σήμερα αν μπείτε μέσα, είναι σαν τον Αμαζόνιο. Δύσκολα μπορείς να περπατήσεις μέσα από την πυκνή βλάστηση, και είσαι και παράνομος που βρέθηκες μέσα.
Το θέμα αγαπητοί υπεύθυνοι, είναι: Είναι λύση οι απαγορεύσεις; Είναι λύση οι κλειδαριές; Αν δεν το χαίρεται ο κόσμος, τότε ποια η αξία να υπάρχει; Ναι, να υπάρχει σεβασμός στο χώρο από μέρους μας, αλλά και αυστηρός έλεγχος από εσάς. Έτσι λειτουργούν οι κοινωνίες που θέλουν να πάνε μπροστά. Συνυπάρχουν όλοι με όλους, αρμονικά... Ρίξτε και μια ματιά, του τι γίνεται σ’ αυτή την επάρατη Ευρώπη!
Με την παραπάνω λογική πρέπει να αποστειρώσουμε τα πάντα. Το πιο αστείο; Στην μια πινακίδα γράφει: " Είσοδος Μνημείου της Φύσης χώρου δασικής αναψυχής Χιλίων Δέντρων" και στην άλλη που είναι δίπλα γράφει: " Απαγορεύεται η είσοδος". Τουλάχιστον αποφασίστε ρε παιδιά. Να μπουκάρουμε ή να μην μπουκάρουμε;
ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗΣ - ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ, ΒΡΩΜΙΑ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ
Επισκέφθηκα πολλές φορές την λίμνη της Δοϊράνης, τόσο από την Ελληνική πλευρά όσο και από την Σκοπιανή. Οι λόγοι ήταν πάρα πολλοί.
Πρώτον έβλεπα τα έργα που γίνονταν στην Σκοπιανή πλευρά μεταξύ των δύο χωριών Παλιά και Νέα Δοϊράνη, όσο και στην παραλία της Σκοπιανής Δοϊράνης. Έβλεπες δύο διαφορετικές χώρες, δύο διαφορετικούς κόσμους, δύο διαφορετικούς Πολιτισμούς, δύο διαφορετικές νοοτροπίες, δύο διαφορετικά ενδιαφέροντα και αδιαφορία, κ.λ.π.
Ήθελα να μάθω εάν τα τόσα χρήματα που ξοδεύτηκαν στην απέναντι πλευρά είχα κάποιο αποτέλεσμα οικονομικό για την περιοχή.
Ναι λοιπόν, με επίσημα στοιχεία, μέσα στο 2016 την Παλιά Δοϊράνη την επισκέφτηκαν 300.000 άνθρωποι. Δηλαδή το 12% του πληθυσμού του Κράτους των Σκοπίων.
Και πάμε στην Ελληνική πλευρά της λίμνης.
Περπάτησα όλη την παραλίμνια περιοχή. Βρωμιά και δυσωδία. Πλησίασα και πάτησε δίπλα στα νερά, η μυρωδιά από τον βούρκο απίστευτη.
Απογοήτευση! Κτήρια εγκαταλειμμένα σε βάθος μισού μέτρου, δέντρα που σαπίζουν μέσα στα νερά της λίμνης, θάμνοι γύρω-γύρω από την λίμνη και μεταξύ του δρόμου και της λίμνης.
Ξαναπήγα την επόμενη ημέρα. Σταμάτησε δίπλα μου ένα αυτοκίνητο με πινακίδες από Θεσσαλονίκη και κατέβηκε ένα ζευγάρι. Με ρωτάνε: «επί τέλους θα αξιοποιήσετε την λίμνη;» Όχι τους απάντησα, εμείς στον δήμο μας δεν μας απασχολεί ο τουρισμός, η αξιοποίηση του πλούτου που μας χάρισε η φύση, έχουμε άλλες προτεραιότητες, κάνουμε εκδηλώσεις, πανηγύρια και φιέστες κατά το «άρτον και θεάματα» αλλά χωρίς άρτο! Φυσικά γέλασαν και κατάλαβαν τα όσα τους εξήγησα.
Είχα καιρό να επισκεφτώ τα χίλια δέντρα, προέκταση της τουριστικής αξίας της λίμνης που όχι μόνο δεν μας ενδιαφέρει αλλά αποφεύγουμε και την αξιοποίησή της. Η πόρτα κλειστή! Έξω οι θάμνοι, τα αγκάθια και τα μεγάλα χόρτα δεν σου επιτρέπουν να πλησιάσεις την πινακίδα που σε ενημερώνει πως «απαγορεύετε η είσοδος». Πιστέψτε με, στάθηκα επί πέντε λεπτά και αναλογιζόμουν, ποίοι είναι οι εγκληματίες αυτής της κατάντιας; Κλειστό για να μη μπαίνουν τα ζώα. Ποια ζώα; Τα άγρια; Διότι τα οικόσιτα φυλάσσονται από τσομπάνο. Απαγορεύεται η είσοδος και στους ανθρώπους.
Εάν κανείς θα ήθελε να περιγράψει τα συναισθήματα που τον πλημμυρίζουν όταν βλέπει την εγκληματική αδιαφορία των υπευθύνων, θα του ήταν αδύνατον. Τα όσα γράφω είναι τίποτε μπροστά στις εικόνες, γι΄ αυτό σας δίνω φωτογραφικό υλικό, της από «εκεί» πλευράς και της από «δω».
Ποτέ δεν είναι αργά. Σε τόπο που έχει ανάπτυξη, υπάρχει θέση δουλειάς για τον καθένα. Δεν το καταλαβαίνουν όμως. Η μάλλον δεν θέλουν να καταλάβουν. Πολλοί λένε ότι θα καταστραφεί το υπέροχο δάσος από τα δέντρα. Ρε είναι να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο, με τις μ@λ@κίες που ακούς. (συγνώμη για το ρε) Πόσο χειρότερο να γίνει, από όσο είναι τώρα;
Εγκαταλελειμμένο, βρώμικο, αναξιοποίητο, θλιβερό, παρηκμασμένο, με ένα κλειστό δημοτικό περίπτερο, διαλυμένο, καμένο, και κάτι κτίρια λίγο πιο πέρα, με αισθητική δεκαετίας του ΄60
Η πλαζ στα χίλια δέντρα σου λέει! Ναι, για πλαζ προοριζόταν, ερείπιο έγινε!
Ένας Φώτης Φωκάς έμεινε, λίγο πιο κάτω, με την ταβέρνα του «στη Λίμνη» παλεύοντας φιλότιμα με νύχια και με δόντια να αποδείξει ότι ακόμα υπάρχει ζωή και προοπτική στα χίλια δέντρα (να κάνω και λίγη διαφήμιση στον ξάδελφο)
Και το αστειότερο; Το ενέταξαν στο δίκτυο Natura 2000, όπου απαγορεύεται να εισέλθεις στο χώρο, για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας.
Αν κάτι το αγαπάς, το σέβεσαι και θέλεις την προβολή που του αξίζει, δεν το αφήνεις στη μοίρα του και το απομονώνεις με το πρόσχημα του σεβασμού προς το περιβάλλον… Το εντάσεις μέσα στην κοινωνία και το κάνεις μέρος της… Έστω και χτίζοντας, με μελέτη και αγάπη προς το χώρο.
Και δυστυχώς το καταπληκτικό σε αισθητική δάσος των Μουριών, σε συνδυασμό με τη λίμνη, αφέθηκαν στη μοίρα τους.
Η ΤΕΧΝΙΤΗ (το τονίζω) Κερκίνη δίπλα μας να «πετάει», με περιηγήσεις, βαρκάδες, ιππασίες, προβολή για χλωρίδα και πανίδα, παραδοσιακά ξενοδοχεία και ταβέρνες με κρέας βουβαλιού και πέστροφες για φαγητό. Μπράβο τους, είναι αξιέπαινοι! Να λέμε και του στραβού το δίκιο.
Και να βλέπεις το απαράδεκτο θέαμα, δεκάδες Ι.Χ.( κυρίως Κυριακές), με παρέες να προσπερνούν αδιάφορα την Δοϊράνη και τα Χίλια δέντρα, και να πηγαίνουν για βόλτα, καφέ, φαγητό στην Κερκίνη, Πορόϊα, κτλ. Το χειρότερο; Κι εμείς οι ίδιοι, ξένους φίλους και επισκέπτες, πάλι εκεί τους πηγαίνουμε. Αυτό αξίζει ο τόπος μας; Την αδιαφορία και την απαξίωση; Όχι ρε γαμώτο .
Εγώ θα τα λέω, έστω και σαν παραμυθάκι για να γελάει ο κάθε πικραμένος Μουριώτης-Κιλκισιώτης. Να γελάει πικρά με την αδιαφορία ορισμένων. Γιατί ανίκανοι αποκλείεται να είναι. Κι αν δεν ακούσαμε λόγια, λόγια, λόγια, τόσα χρόνια για την Δοϊράνη, την αξιοποίησή της, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Συσκέψεις επί συσκέψεων, ανακοινώσεις, προγραμματισμοί. Με τι αποτέλεσμα; Μια λίμνη που σε λίγο ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ. Εδώ ένα μουσείο έγινε στο χωριό Δοϊράνη, και παραμένει άδειο με μια βάρκα μέσα! και κλειστό… Και κάτι ταβερνάκια, η χαρά της άσπρης πλαστικής καρέκλας…
Προτείνω λοιπόν, στους υπεύθυνους του δασαρχείου, κάθε Πρωτομαγιά και Καθαρά Δευτέρα, να γίνεται αναπαράσταση της ζωής του Ταρζάν στη ζούγκλα που δημιούργησαν οι ίδιοι! Και ας βάλουν για πρωταγωνιστές πρώην δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους της περιοχής! Εμείς πρόβατα είμαστε, θα χειροκροτήσουμε, έτσι κι αλλιώς…

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΣΣ ΜΟΥΡΙΩΝ ΚΙΛΚΙΣ



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΣΣ ΜΟΥΡΙΩΝ ΚΙΛΚΙΣ







































 


Ο Δήμος Μουριών ήταν δήμος του νομού Κιλκίς που συστάθηκε με το πρόγραμμα Καποδίστριας από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου. Λειτούργησε την περίοδο 1999 -2010 οπότε και καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Κιλκίς. Είχε πληθυσμό 3.390 κατοίκους με βάση την απογραφή του 2001. Η έδρα του δήμου ήταν ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών.
Διαίρεση

Ο δήμος περιλάμβανε τα εξής 4 δημοτικά διαμερίσματα: 


Δ.δ. Σταθμού Μουριών
ο Σταθμός Μουριών
οι Ακακίες
η Αλεξάνδρα
τα Άνω Σούρμενα
τα Κάτω Σούρμενα
τα Κρητικά
η Μικρόβρυση
η Νέα Ροδώνα
η Ροδώνα 


Δ.δ. Αγίας Παρασκευής -- η  
Αγία Παρασκευή 

Δ.δ. Μουριών
οι Μουριές
ο Καβαλλάρης
το Λιθωτό
το Παλαιό Λιθωτό
οι Πλατανιές
η Συκαμινέα
η Ψυχρόβρυση 


Δ.δ. Μυριοφύτου
το Μυριόφυτο
η Καλλιρρόη
το Νέο Μυριόφυτο
Ιστορία

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, οι κάτοικοι του δήμου Μουριών αγωνίστηκαν ενάντια στο Βουλγαρικό κίνδυνο. Ο Σταύρος Πάλλας από τις Μουριές ήταν ο σημαντικότερος Μακεδονομάχος της περιοχής. Αξιόλογη ήταν επίσης η προσφορά του Παντελή Παπαϊωάννου από το Μακρύεβο, ΠΓΔΜ, ο οποίος σκοτώθηκε στην Κερκίνη (Μπέλες).


ΣΤΑΘΜΟΣ ΜΟΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΟ ΜΟΥΡΙΩΝ 

ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΝΟΜΟΥ ΚΙΛΚΙΣ http://gnomikilkis.blogspot.gr/


ΡΟΔΩΝΑΣ











ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΓΝΩΜΗ

ΓΙΑ ΡΟΔΩΝΑ




ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ http://gnomikilkis.blogspot.gr/










Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Παγωτό Αρμενοβίλ


Παγωτό Αρμενοβίλ


αρμενοβίλ


Το ξεχωριστό παγωτό

Δεν είχα ιδέα περί τίνος πρόκειται μέχρι που έμαθα ότι το Αρμενοβίλ είναι αρκετά διαδεδομένο κατά Θεσσαλονίκη μεριά. Όμως για να λέμε τα πράγματα με τη σειρά πριν μάθω κι αυτό την πρώτη οπτική επαφή την είχα παρακολουθώντας τον σεφ Βαγγέλη Δρίσκα στην τηλεόραση  να το φτιάχνει και ήταν μια από εκείνες τις περιπτώσεις που το μέσα μου αναφώνησε: “Αυτό το παγωτό θα είναι αριστούργημα, θέλω να το φτιάξω κι εγώ!” Και με την πρώτη ευκαιρία, μαζεύω τα υλικά γύρω μου, αφήνω και αρκετές ωρίτσες ελεύθερες για την προετοιμασία και να ‘μαι εδώ να απολαμβάνω την όλη διαδικασία.
Ε ναι, είναι ένα παγωτό ιδιαίτερο και μέσα σε όλη την ιδιαιτερότητά του απαιτεί από την πλευρά σου να διαθέσεις χρόνο, απολαβάνοντας συγχρόνως όμως όλη την ιεροτελεστία της διαδικασίας. Να ετοιμάσουμε τα μαρεγκάκια, να τα ψήσουμε στο φούρνο για 1 ωρίτσα, να τα αφήσουμε να κρυώσουν ενώ θα καραμελώσουμε τα αμύγδαλα να τα κάνουμε κροκάν, να φτιάξουμε την κρέμα όπου θα ενώσουμε τις μαρέγκες, τα αμύγδαλα και την σπασμένη κουβερτούρα. Και μετά από όλα αυτά θα κάνουμε υπομονή να παγώσει στην κατάψυξη για άλλες 4 ωρίτσες. Σίγουρα δε θα το κατατάξουμε στα γλυκά κατηγορίας “ψεκάστε, τελειώστε”.
Το Αρμενοβίλ περικλείει όλη τη μαγεία της ζαχαροπλαστικής, να δημιουργείς και να βλέπεις όλα αυτά τα ασπρόμαυρα υλικά που βρίσκονται τριγύρω σου να παίρνουν σχήμα και να αλλάζουν υφή. Τα ασπράδια να μετασχηματίζουν τον αραιό αφρό τους σε ένα πηχτότερο και καθώς προσθέτεις άχνη ζάχαρη και ξίδι να βλέπεις αυτό το μείγμα να αποκτάει μια πιο στιβαρή, λεία, γυαλιστερή, κατάλευκη υφή. Να καραμελώνεις τα αμύγδαλα, να βλέπεις την καραμέλα να κρυώνει, να γίνεται γυαλί και μετά βίαια με το μαχαίρι να σπας όλο αυτό να το κάνεις θρύψαλλα. Καλά δε συνεχίζω άλλο, παρασύρθηκα. Όμως, γίνεται να μην προσθέσω την ανάμνηση να έχεις την ολοκληρωμένη πια δημιουργία στο στόμα σου και να γεύεσαι όλες αυτές τις αντικρουόμενες υφές από την σοκολάτα, την κρέμα, τα αμύγδαλα κροκάν και την ψημένη μαρέγκα;
Ναι, αναμφησβήτητα είναι ένα παγωτό που μόνο ελαφρύ και αδιάφορο δεν μπορείς να το πεις. Είναι γεμάτο θερμίδες, γεμάτες ένοχη απόλαυση, με υπέροχη υφή που με όλα αυτά τα υλικά αδυνατεί να κρυσταλλώσει στην κατάψυξη, ένα παγωτό που φέρνει σε μείγμα στρατσιατέλας και παρφέ συν τα ψημένα μαρεγκάκια να σε αποτελειώσουν για να κάνει τη διαφορά! Ο Δρίσκας στη συνταγή του είχε προσθέσει έξτρα διακοσμηση στο σερβίρισμα με έξτρα σπασμένα καραμελωμένα αμύγδαλα και λιωμένη σοκολάτα. Εγώ αντιστάθηκα. Ήμουν πεπεισμένη ότι τίποτα έξτρα δεν του χρειαζόταν. Οι φίλοι μου, όπως και εγώ, το απολαύσαμε δεόντως και εγώ λίγο περισσότερο βλέποντας τους φίλους μου να απολαβάνουν.

Υλικά:

υλικά για αρμενοβίλ
  • 500 γρ. φυτική κρέμα
  • 1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
  • 500 γρ. κρέμα γάλακτος
  • 200 γρ. κουβερτούρα
  • 100 γρ. αμύγδαλα ψημένα
  • 100 γρ. ζάχαρη
Για τις μαρέγκες:
  • 120 γρ. ασπράδια σε θερμοκρασία δωματίου (τα ασπράδια από 3 αυγά περίπου)
  • 200 γρ. ζάχαρη άχνη
  • ½ κ. γλυκού κορνφλάουρ
  • 1 κ. γλυκού ξίδι

Εκτέλεση:

  1. Χτυπάμε τα ασπράδια στο μίξερ μέχρι να αφρατέψουν.ασπράδια στο μίξερμαρέγκα στο μίξερ
  2. Προσθέτουμε σταδιακά την άχνη ζάχαρη.μαρέγκα με άχνη ζάχαρημαρέγκα με άχνη ζάχαρη στο μίξερ
  3. Στο τέλος ρίχνουμε το ξίδι και το κορν φλάουρ και ανακατεύουμε.μαρέγκα με ξίδι
  4. Μοιράζουμε τη μαρέγκα με ένα κουτάλι σε ένα ταψί που έχουμε στρώσει λαδόκολλα. Θα βγουν περίπου 20 μαρεγκάκια. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 140°C για 1 ώρα. Ανοίγουμε την πόρτα του φούρνου και αφήνουμε τα μαρεγκάκια να κρυώσουν για 30 λεπτά.μαρεγκάκια στο ταψί
  5. Ρίχνουμε τη μισή ποσότητα ζάχαρης σε ένα αντικολλητικό τηγάνι και όταν λιώσει ρίχνουμε την υπόλοιπη ποσότητα. καραμελωμένη ζάχαρη στο τηγάνι
  6. Όταν λιώσει και πάρει το χρώμα της καραμέλας, ρίχνουμε τα αμύγδαλα και ανακατεύουμε.καραμελωμένη ζάχαρη με αμύγδαλα
  7. Σε λαδόκολλα που έχουμε αλείψει με λίγο καλαμποκέλαιο ρίχνουμε τα καραμελωμένα αμύγδαλα.καραμελωμένα αμύγδαλα
  8. Τα αφήνουμε να κρυώσουν και τα κόβουμε με το μαχαίρι σε μικρά κομμάτια.σπασμένα καραμελωμένα αμύγδαλα
  9. Κόβουμε την κουβερτούρα σε πολύ μικρά κομμάτια.θρυμματισμένη κουβερτούρα
  10. Χτυπάμε τη φυτική κρέμα σε σαντιγύ.σαντιγύ στο μίξερ
  11. Προσθέτουμε το ζαχαρούχο γάλα, τις μαρέγκες σπασμένεςσαντιγύ με ζαχαρούχο γάλα
  12. την κουβερτούρακρέμα με κουβερτούρα
  13. και τα καραμελωμένα αμύγδαλα.κρέμα με κουβερτούρα και καραμελωμένα αμύγδαλα
  14. Χτυπάμε την κρέμα γάλακτος με το μίξερ σε ένα άλλο μπολ μέχρι να γίνει αφράτη σαντιγύ και την προσθέτουμε στο μείγμα με την φυτική κρέμα, τις μαρέγκες, την κουβερτούρα και τα αμύγδαλα και ανακατεύουμε με απαλές κινήσεις.
  15. Αδειάζουμε το μείγμα σε μια μακρόστενη φόρμα στην οποία έχουμε στρώσει εσωτερικά μεμβράνη τροφίμων και το βάζουμε στην κατάψυξη για τουλάχιστον 4-5 ώρες πριν το σερβίρουμε.αρμενοβιλ σε μακρόστενη φόρμααρμενοβίλ στο πιάτο

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών

ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών και το κλεμμένο όνομα! Η ιστορία μας ξεκινάει από την Οθωμανική αυτοκρατ...