Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Το χωριό Ροδώνας

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι και υπαίθριες δραστηριότητες  Î— εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι, σύννεφο, βουνό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: σπίτι, ουρανός, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση
3 ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΕς ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ Marios Tsou

Φωτογραφίες και κείμενο

Χρυσόστομος Αργυρόπουλος

Το χωριό Ροδώνας

Το χωριό είναι κτισμένο κάτω από τις πλαγιές του Μαυροβουνίου, με την παλιά του ονομασία “Ρόμποβο”.

Στην Ελλάδα ήρθαν το 1923 οι Θρακιώτες και το 1924 οι Πόντιοι, ρακένδυτοι, πρόσφυγες, εξαντλημένοι, πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι, κουρασμένοι, με την ελονοσία να τους αποδεκατίζει. Τους έφεραν στο χωριό, κατοίκησαν στα παλιά κτίσματα που έμενε άλλοτε άλλος λαός και γρήγορα διαπίστωσαν ότι το μέρος ήταν πολύ υγιεινό, με τα δέντρα και το βουνό. Κατοίκησαν λοιπόν στο χωριό Θράκες και Πόντιοι πρόσφυγες και έγιναν σε λίγα χρόνια πολυάνθρωποι μέσα σ’ αυτό το υγιεινό περιβάλλον, με τον καθαρό αέρα και το εξαίσιο κλίμα. Οι Θρακιώτες ήταν από το Τσιγγενέ-Σαράι και οι Πόντιοι από την Ορντού, Τσάμπασι, Αρτας, Μετέν, Ελεβή και Μεσουτιέ.

Η εκκλησία, η παλιά των Βουλγάρων, ήταν ο Αγιος Νικόλαος. Το 1935 έκτισαν οι χωριανοί καινούργια και την ονόμασαν Αγία Τριάδα. Με τον ιερέα παπά Γιάννη Ηλιάδη, δάσκαλο το 1925 τον Γαβριηλίδη από την Κοκκινιά Κιλκίς και μετά, το 1926, τον Στυλιανό Πιαστόπουλο, που διόρισε η επιθεώρηση.

Οι πρώτοι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στα 1923-1924 στον Ροδώνα, από τον Πόντο και την Θράκη, ήσαν:

Νικόλαος Παυλίδης και Καλλιόπη
Χαράλαμπος Αναστασιάδης και Κυριακή
Γεράσιμος Παπαδόπουλος και Μαγδαλινή
Νικόλαος Τσιτσέλης και Νερατζιώ
Νικόλαος Τοπάλογλου και Παρασκευούλα
Δημήτριος Ποπογκίδης και Σουλτάνα
Χριστόδουλις Αυγερινός και Πελαγία
Μιχάλης Αραμπατζής Γεωργία
Ιωάννης Αγγελακίδης και Ελισάβετ
Σωτήρης Αγγελακίδης και Αναστασία
Λάζαρος Καραπαναγιωτίδης και Ανατολή
Στυλιανός Πιαστόπουλος (δάσκαλος) και Βαρβάρα
Ιωάννης Ηλιάδης (ιερέας) και Ανατολή
Γερβάσιος Παπαδόπουλος και Περιστέρα
Αναστάσιος Ορφανίδης και Σαΐα
Στυλιανός Ορφανίδης και Ανθη
Γεώργιος Παπαδόπουλος και Ταμάρα
Χρίστος Ορφανίδης και Μαρία
Σταύρος Πούλου και Σοφία
Ευστάθιος Ορφανίδης και Παρθένα
Ιωάννης Παπαδόπουλος και Ελένη
Ιωάννης Παπαδόπουλος και Παρθένα
Θεμιστοκλής Παπαδόπουλος και Σοφία
Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Σημέλα
Γεώργιος Παπαδόπουλος και Γεσθημανή
Αδάμ Καρυπίδης και Παρθένα
Γεώργιος Καραπαναγιωτίδης και Δέσποινα
Αριστείδης Γιολτζής και Μίκρη
Αντώνης Μποδίτσης και Κασσιανή
Αλέξανδρος Παπαδόπουλος και Ελπίδα
Ιωάννης Καζαντζίδης και Σόνια
Χρίστος Τσιτσέλης και Μηλιώ
Θεοχάρης Ευθυμιάδης και Αγάπη
Κωσταντίνος Παπαδόπουλος και Σοφία
Βασιλική Σταφυλίδου
Γεώργιος Παπαδόπουλος και Σοφία
Νικόλαος Κυριακίδης και Σοφία
Χαράλαμπος Κυριακίδης και Δέσποινα
Στέφανος Παπαδόπουλος και Ειρήνη
Λεοντής Ορφανίδης και Δέσποινα
Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Παρθένα
Στυλιανός Ορφανίδης και Παρθένα
Στυλιανός Παπαδόπουλος και Σημέλα
Αθανασία Οργαζλή
Σταύρος Φιραρίδης και Ροδή
Ιωάννης Παπαδόπουλος και Ελπίδα
Μακάριος Ορφανίδης και Ευρώπη
Ζαχαρίας Βαρυδήμος και Ευλαμπία
Ιωάννης Γιαγκόζης και Μαρία
Δημήτριος Αργυρόπουλος και Ξακουστή
Οχανές Αλεξίου και Μαρία
Γεώργιος Γιαγκόζης και Βασιλική
Μιχάλης Αργυρόπουλος και Μαριγώ
Αριστείδης Δούκογλου και Σουλτάνα
Ιωάννης Τοπάλογλου και Ασημένια
Σίμος Παρασκευάς και Διαμαντώ
Αλέξανδρος Αυγερινός και Γιαννούλα
Φώτης Μποδίτσης και Δέσποινα
Μιχάλης Εμμανουηλίδης και Κοντυλιώ
Μιχάλης Αλμπάνης και Κωνσταντίνα
Γεώργιος Τοπάλογλου και Σουλτάνα
Νικόλαος Ορφανίδης και Δέσποινα
Στέφανος Χαΐνογλου και Κατερίνα
Ιωάννης Αξιμιώτης και Θωμαή
Απόστολος Αξιμιώτης και Θωμαή
Λαμπρινή Αξιμιώτου
Ιωάννης Διαμαντής και Μαρούλα
Κυριάκος Μυλωνάς, αδερφή Μάλτα
Γεώργιος Ορφανίδης και Σοφία
Παναγιώτης Πανιτζίδης και Δέσποινα
Παναγιώτης Καραπαναγιωτίδης και Σοφία
Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Βασιλική

Η Μικρόβρυση (Τζααλή και όχι Τσαλί)

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι και υπαίθριες δραστηριότητες
Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι, βουνό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση
Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σύννεφο, σπίτι, δέντρο και υπαίθριες δραστηριότητες
  
Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, σπίτι, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση



Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, σύννεφο, σπίτι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, φυτό, δέντρο, λουλούδι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, βουνό, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, αυτοκίνητο, ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες
Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος
Η Μικρόβρυση (Τζααλή και όχι Τσαλί)
Στη Μικρόβρυση-στο Τζααλή με την τουρκική παλιά ονομασία-ήρθαν και εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Θράκη στα 1923, συγκεκριμένα απ’ τα μέρη της Αδριανούπολης, από το Μπαμπάσκι, από το Τσιγγενέ Σαράι και την επόμενη χρονιά, στα 1924, ήρθαν πρόσφυγες από τον Πόντο, από την Ορντού, από την Φάτσα, από το Πουλανζάκ. Οι πιο πολλοί από τους Πόντιους ήσαν νέοι, φυγόστρατοι και λιποτάκτες του τουρκικού στρατού, που να για να μην συλληφθούν απ’ τις τουρκικές αρχές, έφυγαν αντάρτες στα βουνά του Πόντου, όπου μέσα στα δάση έσερναν και τα γυναικόπαιδα και πολέμησαν τον Τούρκο σε πολλές περιπτώσεις, απ’ τα 1914 ως τα 1923. Κάποιοι έφυγαν πρόσφυγες στη Ρωσία, οι πολλοί ήρθαν εδώ στην Ελλάδα και κατέληξαν, κάποιοι απ’ αυτούς, μαζί με τους Θράκες που προαναφέραμε, στο Τζααλή, στη γη της Μακεδονίας, στα ριζά του Μπέλλες.
Μνημονεύουμε τις πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Μικρόβρυση και πέρασαν σ’ αυτήν την υπόλοιπη ζωή τους:
Νικόλαος Ακριτίδης και Παρθένα
Χρίστος Αβραμίδης και Ρεβέκκα
Σάββας Πιπερίδης και Εριφύλη
Παναγιώτης Καπανίδης και Ελισάβετ
Γεώργιος Ανδρεάδης και Μαρία
Εμμανουήλ Παπαβραμίδης και Σωτηρία
Ιωάννης Μακρίδης και Φωτεινή
Γρηγόριος Μακρίδης και Αικατερίνα
Αθανάσιος Σιδεράς και Δέσποινα
Κωνσταντίνος Πελτέκης και Χρυσώ
Δήμος Καραδήμος και Γιαννούλα
Ηρακλής Αργυρόπουλος και Ρουδάμα
Δημήτριος Ασλανίδης και Αναστασία
Κωνσταντίνος Διαμαντόπουλος και Θεοδώρα
Δημήτριος Μουχτάρης και Ελένη
Γεώργιος Μουχτάρης και Βασιλική
Νικόλαος Μουχτάρης και Αικατερίνα
Δημήτριος Κελέκας και Βαΐτσα
Παναγιώτης Καρακασίδης και Ελένη
Χρίστος Καραγιάννης και Νετέλο
Τριαντάφυλλος Πετρίδης και Ευθυμία
Χρίστος Καραγιάννης και Βασιλική
Γιώργιος Διαμαντόπουλος και Αναστασία
Αλέξανδρος Ασλανίδης και Μαρία
Παναγιώτης Μετενίδης και Δέσποινα
Χαράλαμπος Αβραμίδης και Ελένη
Γεώργιος Ασλανίδης και Αναστασία
Ευάγγελος Καρυώτης και Ευανθία
Σάββας Αργυρόπουλος και Αναστασία
Μενέλαος Τσανάκης και Μαρία
Εξαπέτ (Αρμένισα)
Χαράλαμπος Σαράντης και Δέσποινα
Δωροθέα Σιδηροπούλου
Γιώργιος Πελτέκης και Σοφία
Ευστάθιος Μακρίδης και Θεοπούλα
Κωνσταντίνος Βουλγαρόπουλος και Ειρήνη
Αναστάσιος Τσομίδης και Βασιλική

Καβαλάρης (Αατλή)

Η εικόνα ίσως περιέχει: σπίτι, ουρανός, δέντρο, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Φωτογραφίες και κείμενο

Χρυσόστομος Αργυρόπουλος


Καβαλάρης (Αατλή)

Το 1930 ανέθεσε το κράτος με την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) σε τοπογράφους της εποχής εκείνης, φυγάδες αξιωματικούς του τσαρικού ρωσικού στρατού που βρήκαν καταφύγιο στην Ελλάδα, να διανείμουν την καλλιεργήσιμη έκταση του λεκανοπεδίου των Μουριών στους πρόσφυγες.

Στο τέλος είδαν οι τοπογράφοι ότι από το χρηματικό κονδύλιο που τους είχε εγκρίνει η ΕΑΠ, είχαν περισσέψει 40.000 δρχ. με την αξία της εποχής.

Τότε ο επικεφαλής του συνεργείου, επειδή είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους πρόσφυγες του Καβαλάρη (Ατλή), μια και αυτοί είχαν έρθει από την Ρωσία, έκανε τις εξής ενέργειες:

Αφού ήρθε σε συνεννόηση με τους κατοίκους του χωριού Ατλή (Καβαλάρης) και με την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή (Μητρόπολη Κιλκίς) αποφάσισε να διαθέσει το περίσσευμα αυτό των χρημάτων, για την ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Παντελεήμονος.

Στα μέσα περίπου της ανέγερσής του με τον σεισμό του 1931 στο λεκανοπέδιο Μουριών, οι τοίχοι πολλών σπιτιών υπέστησαν ρωγμές, όπως και του Ναού. Για να ξεπεράσουν το πρόβλημα χρησιμοποίησαν οι μηχανικοί σιδηρόβεργες για να αντέξουν στη μανία του Εγκέλαδου.

Από τότε ο Ναός αυτός λόγω του κάλλους του και λόγω της θέσεως που βρίσκεται, λαμπρύνει όλη την περιοχή του λεκανοπεδίου των Μουριών. Από οποιοδήποτε χωριό της περιοχής ο Ναός αυτός φαίνεται πολύ καθαρά, εκεί στα σύνορά μας, στα ριζά του Μπέλλες, παρά τη μεγάλη απόσταση που τον χωρίζει από τα χωριά. Χαρακτηριστικό του είναι ο γεροπλάτανος που βρίσκεται στην αυλή του και τα υπόλοιπα ροζιάρικα πολυχρονίσια πλατάνια.

Ο ερχομός στην Ελλάδα ενάμισυ εκατομμυρίου προσφύγων από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, δημιούργησε μεγάλες ανάγκες για νέες, γόνιμες, καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Στο λεκανοπέδιο Μουριών εγκαταστάθηκαν Μικρασιάτες, Θράκες, Πόντιοι, Καυκάσιοι και λίγοι Αρμένηδες, από όσους επέζησαν απ΄ τον μεγάλο αφανισμό.

Εγκατέλειψαν την πατρίδα τους επειδή η ζωή τους βρισκόταν σε κίνδυνο. Καθώς φεύγουν από εκεί για να γλιτώσουν απ’ το μίσος και τις διώξεις, αντιμετωπίζουν μεγάλα δεινά. Τα παιδιά των προσφύγων μοιάζουν με σπόρους που φυτεύτηκαν στη γη, αλλά ποτέ δεν ποτίστηκαν για να βλαστήσουν.

Για ογδόντα ολόκληρα χρόνια τίποτα δεν γράφτηκε, τίποτα δεν ακούστηκε για το δράμα και την ιστορία των ανθρώπων, από την πλευρά του κράτους. Ας είναι καλά οι ιδιώτες, που έγραψαν και γράφουν. Τα αντάρτικα τραγούδια του Πόντου, σχεδόν χάθηκαν. Λίγοι θυμούνται τους εκατοντάδες δολοφονημένους Πόντιους διανοούμενους στην Αμάσεια, που κρέμασαν οι Τούρκοι το 1921. Η ελληνοτουρκική φιλία υπάρχει στη διπλωματία μόνο, γιατί δυστυχώς οι πάντα εχθροί μας Τούρκοι συνεχίζουν με μίσος να μας ενοχλούν. Φιλία στο παρόν και μέλλον ναι, λήθη όμως της βαρβαρότητάς τους, ποτέ.

Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Ελλήνων στην περιοχή, οι πρόσφυγες στον Καβαλάρη ήρθαν νωρίς, Ελληνες και Τούρκοι ζούσαν ακόμη μαζί. Όμως όχι πολύ μακριά από τον Καβαλάρη, ήταν ακόμη δύο χωριά, το Μένετλη και το Τούρπαλη. Τα χωριά αυτά τα εξουσίαζαν δύο Τούρκοι αγάδες και στα χρόνια που ακολούθησαν, μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας συμφωνήθηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι εν λόγω όμως αγάδες δεν ήθελαν να φύγουν και με τους επιστάτες που είχαν στα κτήματά τους εξουσίαζαν περιοχές και από τα γύρω χωριά και όλην την περιοχή προς τη λίμνη Δοϊράνη.

Την κατάσταση αυτή δεν μπόρεσαν να την αντέξουν οι Ελληνες και χτυπήθηκαν με τους Τούρκους. Σκοτώθηκε ένας Τούρκος επιστάτης και εξαφανίσθηκε άλλος ένας. Τότε δημιουργήθηκε διπλωματικό επεισόδιο. Οι ελληνικές αρχές συνέλαβαν τέσσερα-πέντα άτομα, που έμειναν στη φυλακή περίπου δύο χρόνια. (Βλέπεις, ευαίσθητες οι ελληνικές αρχές. Στην Τουρκία όμως, που σκότωναν δεκάδες χιλιάδες Ελληνες, οι Τούρκοι αμφιβάλλω αν οι τουρκικές αρχές τιμώρησαν έστω και έναν Τούρκο δολοφόνο-τον Κεμάλ και τους συνεργάτες του ή τον Τοπάλ Οσμάν).

Οι 'Ελληνες κάτοικοι ήρθαν στο χωριό σχεδόν ομαδικά, το φθινόπωρο του 1920. Έφυγαν από την περιοχή Τσάλκας της Ρωσίας, συγκεκριμένα από το Μπεστάς και άλλοι, μερικοί, από την Σάντα του Πόντου. Πρώτα αποβιβάσθηκαν στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και ύστερα από έξι μήνες περίπου, σχεδόν ομαδικά, ήρθαν στον Καβαλάρη, που την εποχή εκείνη κατοικούνταν ακόμη από τους Τούρκους.



Οι πρώτες οικογένεις που ήρθαν το 1920 ήταν:

Ιωάννης Ακριτίδης και Ευθυμία
Κυριάκος Ακριτίδης και Σοφία
Νικόλαος Ακριτίδης και Ελένη
Γεώργιος Ακριτίδης και Ελένη
Ιάκωβος Ακριτίδης και Ελένη
Ηλίας Ακριτίδης και Παρέσα
Κυριάκος Ακριτίδης και Ελπίδα
Μαρία Ακριτίδου, χήρα με ένα παιδί
Συμεών Αλμανίδης και Μαρία
Σάρρα Αλμανίδου, χήρα με δύο παιδιά
Ιωάννης Αντωνιάδης και Ανατολή
Σουκάνα Ακριτίδου, χήρα με ένα παιδί
Σάββας Απουσίδης και Αναστασία
Κωνσταντίνος Απουσίδης και Νίνα
Χαράλαμπος Ασλανίδης και Αναστασία
Σάββας Ασλανίδης και Αρετή
Θεόδωρος Αγγελίδης και Αναστασία
Γεώργιος Αλίδης και Μαρία
Αλέξανδρος Αραπίδης και Αλεξάνδρα
Ιάκωβος Γεωργιάδης και Σημέλα
Γατίδου Σοφία, χήρα
Βλαδίμηρος Γιορπαλίδης και Ελισάβετ
Ιωάννης Δεμερτζίδης και Δέσποινα
Νικόλαος Ερμίδης και Κυριακή
Ιωάννης Ιωάννιδης και Νίνα
Αλέξανδρος Ιορδανίδης και Σοφία
Πελαγία Κωνσταντινίδου, χήρα με τρία παιδιά
Σάββας Κωνσταντινίδης και Βαρβάρα
Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (Ομερ)
Συμεών Κωνσταντινίδης και Ολγα
Ιωάννης Κωνσταντινίδης και Ελισάβετ
Παναγιώτης Κωνσταντινίδης και Σουλτάνα
Σπυρίδων Κωνσταντινίδης και Κατίνα
Ισαάκ Κωνσταντινίδης και Μαρία
Φίλιππος Κωνσταντινίδης και Καλλιόπη
Στάθης Κωνσταντινίδης και Ελένη
Ιάκωβος Κωνσταντινίδης και Μαρία
Γεώργιος Κωνσταντινίδης και Σοφία
Σάββας Κωνσταντινίδης και Εύα
Αλεξανδρος Κωνσταντινίδης και Ελισάβετ
Νικόλαος Κωνσταντινίδης και Βαρβάρα
Αγάπη Κωνσταντινίδου, χήρα με δύο παιδιά
Κωνσταντίνος Κοτανίδης και Νίνα
Στέφανος Καραγκιοζίδης και Αλεξάνδρα
Αβραάμ Κιουπλεκίδης και Σοφία
Ηλίας Κελεσίδης και Παρθένα
Σταύρος Κοτρωνίδης και Αναστασία
Σάββας Λαλίδης και Ευδοκία
Κωνσταντίνος Λαλίδης και Ευγενία
Μιχαήλ Μουρατίδης (Ιερέας) και Θέκλα
Δημήτρης Μουρατίδης και Ελένη
Κωνσταντίνος Μουρατίδης και Ελένη
Βασίλης Μωυσίδης και Κανή
Λάζαρος Μωυσίδης και Αλεξάνδρα
Ιωάννης Μισαηλίδης και Ευδοκία
Μιχαήλ Μιχαηλίδης και Σάρρα
Κωνσταντίνος Ζανταρίδης
Ιωακείμ Παρασκευόπουλος και Σοφία
Αλέξης Παρασκευόπουλος και Αννα
Θεόδωρος Παρασκευόπουλος και Κισμίρη
Κατερίνα Παρασκευοπούλου, χήρα με τέσσερα παιδιά
Νικηφόρος Σταμπουλίδης και Γαρυφαλιά
Μιχαήλ Σταμπουλίδης και Κλεοπάτρα
Θεόδωρος Σταμπουλίδης και Ελένη
Πέτρος Σταμπουλίδης και Κατίνα
Αθανάσιος Σταμπουλίδης και Χαρίκλεια
Ισαάκ Σταμπουλίδης και Μαρία
Ιωάννης Σταμπουλίδης (Βαγγάς) και Κατίνα
Αλέξανδρος Σαρασίδης (Σάντρο) και Δάφνη
Στέφανος Σαρίδης και Σοφία
Ιωάννης Παρτσαλίδης και Αγγελική
Πόρτο (παρατσούκλι) Αναστάσιος
Μιχαήλ Φελεκίδης και Μελάνα
Νικόλας Φελεκίδης
Κλήμης Τσαμουρτσίδης και Μαρίκα
Ιωάννης Σιδηρόπουλος και Σοφία
Αντώνιος Χατζηγεωργίου και Αγγελική
Γεώργιος Φιραρίδης και Σωτηρία

Οι κάτοικοί του ήσαν οι πιο φημισμένοι χτίστες της εποχής εκείνης, Πόντιοι. Όλες οι εκκλησίες του λεκανοπεδίου των Μουριών είναι κτισμένες το 1930 απ’ αυτούς, με πέτρα. Το ίδιο και τα σχολεία και οι γέφυρες.

Μουριές (Ακίνζαλη)-Mouries (Akidzali)

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, σπίτι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση  Î— εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι, δέντρο και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, ουρανός, σπίτι, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση Φωτογραφίες και κείμενο
Μουριές (Ακίνζαλη)-Mouries (Akidzali)
Μικτό χωριό (πρόσφυγες & ντόπιοι)
Μετονομασία 1926
Εγκαταστάθηκαν 60 οικογένειες προσφύγων (257 άτομα)
Πριν την απελευθέρωση στα χωριά του Ακίντζαλη κατοικούσαν Οθωμανοί, Έλληνες και Βούλγαροι. Μετά την απελευθέρωση και την αποχώρηση των Οθωμανών και Βουλγάρων, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την π. Δοιράνη, τη Γευγελή, τη Στρώμνιτσα (1913), τον Καύκασο (1920), το Σαράϊ, την Τυρολόη, τις Μέτρες, κ.ά. της ανατολικής Θράκης (1923), τον Πόντο (1924), τα Άδανα κ.ά. της Μικράς Ασίας (1924), τη Νίγδη της Καππαδοκίας (1924), κ.ά. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες μαζί με τους γηγενείς Έλληνες και τους σαρακατσάνους που προϋπήρχαν στο λεκανοπέδιο αλλά αναγκάστηκαν μετά το 1923 να εγκαταλείψουν τη νομαδική ζωή και να εγκατασταθούν μόνιμα, ήταν οι νέοι κάτοικοι στους οικισμούς των Μουριών. Τα παλιά οθωμανικά ονόματα χρησιμοποιήθηκαν επίσημα από το ελληνικό κράτος τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.
Η μετονομασία των οικισμών έγινε με αναγκαστικά διατάγματα μεταξύ 1926 και 1928
Η ζωή στο Ακίντζαλι
Αφηγείται ο ιερέας Γεώργιος Τερζιτάνος:
“Είμαι ο γιος του Μανόλη Τερζιτάνου, καπετάνιου των α­νταρτικών ομάδων του 1913 για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους. Η οικογένειά μου ήταν γηγενής, είμαστε ντόπιοι στο Ακίντζαλι, στις Μουριές.
Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος το 1913 ελευθέρωσε την περιοχή του λεκανοπεδίου των Μουριών. Ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε μετά την Στρούμνιτσα, όπου πήγε ο Βενιζέλος να ενθαρρύνει το στρατό από τη λίμνη Δοϊράνη. Οι εδώ Μουριώτες τον υποδέχθηκαν και ο Προκόπης Τερζιτάνος, που ήταν ψαράς, δώρισε τον Βενιζέλο ένα γριβάδι δεκαπέντε οκάδες που τον ευχαρίστησε, γι’ αυτό και στις Σέρρες το φάγανε με τους επισήμους.
Εδώ οι Μουριώτες ήσαν άνθρωποι της γεωργίας. Δουλεύαμε το χώμα με αρχέγονα μέσα, με το ξύλινο αλέτρι, που μόνο στη μύτη που χάραζε τη γη είχε σίδερο και αργότερα με άροτρο σιδερένιο.
Είχαμε και κτηνοτροφία: πρόβατα, γίδια και μεγάλα ζώα, βουβάλια. Θερίζαμε με το δρεπάνι και στο χέρι φορούσαμε την παλαμαριά, ξύλινο γάντι, για να προφυλάξουμε το χέρι. Αλωνίζαμε με την τουκάνα μέχρι το 1950.
Αποθηκεύαμε για τον χειμώνα τη χειμερινή τροφή, σαν τα μυρμήγκια, τους γιουφκάδες, τον τραχανά, το κουσκούς, τα απίδια, που τα ξεραίναμε στον ήλιο και μετά στο φούρνο· κατόπιν τα βράζαμε κι έβγαζαν έναν αρωματικό χυμό που τον πίναμε ζεστό ή κρύο.
Όσο για το χοιρινό κρέας, βάζαμε το λαρδί σε καλούπια με μπόλικο άλας και κάναμε και τον καβουρμά.
Φύγανε πολλές οικογένειες στην Βουλγαρία με τον πόλεμο του 1922, αλλά και το 1941 έφυγαν από δω ντόπιοι για τη Βουλγαρία.
Η αξία των εθίμων και των παραδόσεων που μας άφησαν οι γονείς μας, ήταν σημαντική. Τα έθιμα ωφελούν την ψυχή του ανθρώπου.
Την τελευταία Κυριακή των Απόκρεω στρώναμε το τραπέζι με ανάλογα φαγητά. Το τραπέζι ήταν ένας χαμηλός σουφράς. Γύρω-γύρω καθόμασταν και ο νοικοκύρης, ο αρχηγός της φαμίλιας, έριχνε κάτω στο χώμα λίγο κρασί, για να μην ξεχνάμε τους ανθρώπους μας τους πεθαμένους και μετά αρχίζαμε το φαγοπότι.
Πριν αρχίσουμε να τρώμε, πρώτα κάναμε το σταυρό μας, λέγαμε κάποια ευχή και μετά έπαιρνε ο καθένας το κουτάλι και τρώγαμε από μια γαβάθα.
Είχαμε και βρασμένα αυγά, όχι βαμμένα· το ένα το ξεφλουδίζαμε, το δέναμε με κλωστή που κρεμιόταν από το ταβάνι και το ωθούσαμε· όπως ήμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι, αυτό πήγαινε πάνω απ’ τα κεφάλια μας κυκλικά και σ’ όποιον κατόρθωνε να το πιάσει με το στόμα, του έταζαν κάτι που δεν το έπαιρνε ποτέ!
Οι παραδόσεις αποτελούν πηγή ενότητας ανάμεσα στις γενιές. Δεν είναι απαραίτητο να ακολουθεί κανείς κατά γράμμα τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Αρκεί να βρεθεί κανείς στο πνεύμα των πατροπαράδοτων συνηθειών, για να αντλήσει δύναμη.
Και οι μεγάλες γιορτές είναι μια καλή αρχή για την ενίσχυση της οικογενειακής αγάπης και ενότητας. Ιδιάιτερα σε δύσκολες εποχές, η αγάπη ενώνει την οικογένεια. Ολα αυτά όμως φεύγουν σιγά-σιγά και μένουν μόνοι.
Η πίστη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο των οικογενειακών παραδόσεων. Με την πίστη κρατάμε αναλλοίωτες τις παραδόσεις μας, πρώτα μέσα στην οικογένεια και μετά στην κοινωνική μας ζωή.
Γεώργιος Χατζόπουλος
Ο Γεώργιος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο 1912 στο Σαράι της Ανατολικής Θράκης. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 τον επισκεφθήκαμε στις Μουριές όπου κατοικούσε. Μας διηγήθηκε πως έφυγαν από τη Θράκη:
Ήμουν εννέα χρονών. Ο πατέρας μου έζεψε στο ζυγό τα βόδια, βάλαμε στο κάρο δύο σακιά αλεύρι και λιγοστά πράγματα που μπορούσαμε να πάρουμε. Ο πατέρας μου ήταν φούρναρης. Ήμασταν εξαμελής οικογένεια. Με κόπο φθάσαμε στην Αδριανούπολη και μετά στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).
Πολλοί πρόσφυγες Θρακιώτες έμειναν στα Άβδηρα. Όταν προχωρούσε ο ελληνικός στρατός προς την πατρίδα μας την Θράκη, πήραμε θάρρος. Η χαρά μας δεν κράτησε πολύ. Γυρίζουν πίσω τα ελληνικά στρατεύματα. Τότε πια άλλη ελπίδα δεν είχαμε και ήρθαμε εδώ στο Ακίντζαλι, στις Μουριές.
Όταν ελευθερώθηκε στις 22 Ιουνίου του 1913, πήρε το όνομα Αρχάγγελος. Έγινε δήμος για δύο χρόνια, ως δήμος Αρχαγγέλου. Είχε τελωνείο ως το 1940.
Τα γύρω χωριά (Πουλαματσλή (Ακακίες), Καραλή (Συκαμιές), Τουργουτλού (Ψυχρόβρυση), ανήκαν στην κοινότητα των Μουριών.

Το χωριό Μουριές (Ακίντζαλι)

Άγνωστε φίλε, που κάνεις υπομονή και διαβάζεις αυτές τις αράδες έτσι ήταν η ζωή τότε 1924-1950. Για να συνεχίσει κανείς το ταξίδι προς τα νοτιοδυτικά, μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον μοναδικό αυτοκινητόδρομο, με αφετηρία τον Σ.Σ. Μουριών προς Ακίντζαλι (Μουριές). Τα περήφανα χωριά καλωσορίζουν ευπρόσδεκτα τον κάθε επισκέπτη οποιανδήποτε εποχή του χρόνου. Μια καλή, ίσως η καλύτερη ευκαιρία για να δείτε και να γνωρίσετε από κοντά τα διαφορετικά πρόσωπα της μεγάλης γης των Μουριών, το λεκανοπέδιο με την ωραία βλάστηση, την λίμνη Δοϊράνη, τους γύρω ορίζοντες, το Μπέλλες, το Μαυροβούνιο, τα γνωστά Χίλια Δέντρα με το γριβάδι στη σχάρα, καφετέριες, ρεστοράν. Οι κάτοικοι των Μουριών (Ακίντζαλι) είναι Θράκες, Πό­ντιοι, Μικρασιάτες, ντόπιοι και Σαρακατσάνοι. Ζούνε με αγάπη. Ο λαός των Μουριών είναι εργατικός, περήφανος. Δεν απλώνει ποτέ το χέρι για βοήθεια. Είναι τίμιος. Όμως δυστυχώς, δεν έχομε αύξηση πληθυσμού αλλά αντιθέτως, μείωση!

Πόσες φορές δεν ταξιδεύει ο νους μου σε παρελθόντα γεγονότα, σε χρόνους και τόπους όπου πάτησε το πόδι μου. Εδώ περπάτησα, εκεί έπαιξα, εδώ εμπορευόμασταν το 1947 στο παζάρι Ακίντζαλι, πιο πέρα έσκαψα, φύτεψα, μπόλιασα δέντρα, συγκινήθηκα, επόνεσα, έκλαψα με φίλους. Προπάντων έκλαψα. Όλοι γνωστοί, όλοι φίλοι.

Ο Θεός μετά την δημιουργία, θέλοντας να θαυμάσει από πολύ κοντά την ομορφιά των έργων του, ασφαλώς... εδώ κατέβηκε, στο λεκανοπέδιο Μουριών πρώτα και περπάτησε! Το λέω αυτό γιατί τον τόπο αυτόν τον είδα, τον έζησα ως παιδί, ως έφηβος, ως μεγάλος και χάρηκα την αφθονία των αγαθών του. Τόπος ευπορώτατος και στα χαμηλά και στα ψηλώματα. Τα πλούτη αυτά της γης δεν είχαν περιορισμό. Προϊόντα κυρίως γεωργικά και κτηνοτροφικά. Προϊόντα δημητριακά άφθονα, αλιεία, το γριβάδι, το πρικί, γουλιανός, χέλι, οι γνωστοί τότε σε μεγάλη παραγωγή μεταξοσκώληκες (κουκούλια) με πολλά μουριόδεντρα τροφή γι’ αυτά, κτηνοτροφία, αλογάριαστα κηπευτικά. Γέμιζε ο τόπος από Γιώργο Πελτέκη, Στάθη Μακρίδη και Αλέξη Ασλανίδη (τον ανάπηρο). Χωριό Μικρόβρυση. Μπαξέδες κατά... στρέμματα. Χαιρόταν το μάτι σου. Αυτά τα πλούτη της φύσης που αρδεύονταν με τα μέσα του τότε καιρού, με το γαϊδούρι με παραπέτο στα μάτια, να γυρίζει γύρω από το πηγάδι και να βγάζει νερό.

Ως παραμεθόριος περιοχή, το Ακίντζαλι (Μουριές) τύγχανε της μέριμνας των αρχών αναφορικά με την πληθυσμιακή κίνηση. Η αγορά (το παζάρι) στο Ακίντζαλι καθιερώθηκε από την αρχή του 1924, όταν δημιουργήθηκαν τα γύρω χωριά με τον ερχομό των κατοίκων το 1923 και 1924 από τις αλησμόνητες πατρίδες των. Τα χωριά ονομάζονταν παλαιότερα, πριν το 1915 Αατλή (Καβαλλάρης), Γκενσεκλή, Δουργουτλή, Ερτεζελή, Καραλί, Καρά-Παζάρ, Καρλόβασι (Κρητικά-Αλεξάνδρα), Κιολεμενλή (Λιθωτό), Μενετλή, Μουλάμπασι (Πουλαματσλή), Τσααλί (Μικρόβρυση), Χατζή Ογλαρά. Αργότερα τα χωριά τα ένωσαν το 1928.

Στα ακριτικά χωριά, για να εξυπηρετηθούν οι κάτοικοι πάνω σε καθημερινή βάση, άνοιξαν παντοπωλεία (Ζαφείρης Αργυρόπουλος και άλλοι). Έρχονταν από πολύ μακριά με γαϊδούρια και άλογα καβάλα. Κατά διαστήματα υπήρχαν χάνια και διανυκτέρευαν εκεί. Μετά ήταν η αγορά. Αγοραπωλησία μικρών και μεγάλων ζώων. Κάθε Σάββατο παζάρι. Τα γύρω χωριά έφερναν αυγά, κοτόπουλα, βούτυρο. Τα αγόραζαν ειδικοί. Είχε αυγουλάδες που τοποθετούσαν τα αυγά σε κάσες με άχυρο. Ο κοτοπουλάς σε ειδικές κάσες μακρόστενες, φόρτωνε τα κοτόπουλα σε βαγόνια επίκουρα του ΣΕΚ τότε, για την Θεσσαλονίκη. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε.

Το Ακίντζαλι (Μουριές), από το 1928 έως το 1940 είχε μονίμως ως φρουρά έναν λόχο στρατό για τον φόβο των κομιτατζίδων Βουλγάρων, που έσφαζαν δασκάλους και παπάδες. Οι στρατιώτες κάθε μέρα περιπολούσαν τα βουνά του Μαυροβουνίου, πότε πεζή και πότε έφιπποι, οπλισμένοι με αραβίδα (Μάνλιχερ) και ενέδρα σε καίρια σημεία.

Το Ακίντζαλι με τα γύρω χωριά, τα ωραία σύγχρονα σπίτια, αρχοντικά σπίτια, που μοιάζουν με βιλίτσες και τις εκκλησίες, κτίσματα της δεκαετίας του ΄30.

Για ορειβασία και ορειβάτες, το Μπέλλες. Αξίζει να επισκεφθείτε τον καταρράκτη του Μπέλλες. Όμως σίγουρα αυτό που θα σας αρέσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θα είναι να βρεθείτε ψηλά, χωρίς να κουρασθείτε και θα αγνα­ντεύετε τους γύρω ορίζοντες, την πεδιάδα των Μουριών, την λίμνη Δοϊράνη, την απέναντι μεριά, το Μαυροβούνιο. Αν απομακρυνθείτε από το σημείο αυτό, κατεβείτε κάτω. Θα δείτε πίσω από την πλάτη σας να υψώνεται το Μπέλλες, με εκεί υψόμετρο 1850 μέτρα.

* Σημ. Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, “Το λεκανοπέδιο των Μουριών” και “Διηγώντας τα να κλαις", δεν πωλούνται.
Οι αναγνώστες μπορούν να τα βρουν "ΔΩΡΕΑΝ" στην Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη του δήμου Κιλκίς.
Πληροφοριακά για όσους ζήτησαν να τα βρουν!

ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΝΟ

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, δέντρο, λουλούδι, φρούτο, υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και φαγητό 


Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος ΑργυρόπουλοςΤΟ ΡΟΔΑΚΙΝΟ
Το φρούτο που εκτίναξε την οικονομία της ευρύτερης περιοχής των Μουριών, κυρίως δε των Κάτω Σουρμένων.
Τις δεκαετίες '70 και '80 υπήρξε μία τεράστια οικονομική ανάπτυξη-στην τότε ταλαιπορημένη κοινωνία-τα αποτελέσματα της οποίας διακρίνονται ακόμα και στις μέρες μας.
Εξ' αιτίας του, επαναπατρίστηκαν ακόμα και οι μετανάστες της τότε εποχής.
Κατά έναν περίεργο και ανεξήγητο τρόπο, τη δεκαετία του '90 κάποιοι "ειδήμονες" επεδίωξαν την εκρίζωσή του.
Ήταν καλά τα χρήματα της αποζημίωσης, είπαν τότε κάποιοι.
Σήμερα αναπολούμε όλοι τα χρόνια εκείνα της οικονομικής ευφορίας και ευμάρειας.
Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα...

Ιστορικά γεγονότα συνδέουν τον Νομό Κιλκίς με την Κρήτη

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες

Φωτογραφίες και κείμενο
Ιστορικά γεγονότα συνδέουν τον Νομό Κιλκίς με την Κρήτη αφού υπερχίλιοι Κρήτες σκοτώθηκαν στην μάχη της Δοϊράνης και των Μουριών το 1918. Προς τιμήν τους δόθηκε στο χωριό Αλεξάνδρα το όνομα «ΚΡΗΤΙΚΑ».
Στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Μουριών του Κιλκίς όπου βρίσκεται το μνημείο των Κρητών πεσόντων, το οποίο ανέγειρε η Παγκρήτια Αδελφότητα Μακεδονίας και στα πλαίσια των εκδηλώσεων της επετείου της Μάχης της Δοϊράνης και των Μουριών,που διοργανώνει η Ένωση Κρητικών Συλλόγων Μακεδονίας, εκπρόσωποι πολλών Κρητικών συλλόγων απ’ όλη τη Μακεδονία τελούν επιμνημόσυνη δέηση και καταθέτουν κάθε χρόνο στεφάνι στη μνήμη των χιλιάδων Κρητών πεσόντων, την τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη.

Το κάρο και οι καροποιοί της περιοχής Μουριών.


Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες  Î— εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, άλογο και υπαίθριες δραστηριότητες

Φωτογραφίες και κείμενο
Χρυσόστομος Αργυρόπουλος
Το κάρο και οι καροποιοί της περιοχής Μουριών.
Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήσαν του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού-όλα εκτός του σιδερά, που πήρε άλλη τροπή, χάθηκαν με τον καιρό.
Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εξω από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τσουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς, οπότε στο εργαστήρι του αυτός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα.
Στο λεκανοπέδιο των Μουριών οι καλύτεροι καροποιοί ήσαν οι Θρακιώτες. Μπορεί στην πατρίδα να μην ήσαν καροποιοί, γνώριζαν όμως την τέχνη από τους παππούδες τους και στη δεκαετία του 1930 βάλθηκαν να κατασκευάζουν κάρα με μεράκι-απαραίτητο το κάρο στον γεωργό για τη μεταφορά κυρίως των αγροτικών προϊόντων στο σπίτι.
Κι αφού τα κατασκεύαζαν, στο τέλος τα έβαφαν και διάφορα χρώματα-κυρίως γαλάζιο και κόκκινο χρησιμοποιούσαν-και ζωγράφιζαν και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους, προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.
Τα καροποιεία δούλευαν πολύ εκείνη την εποχή, γιατί οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήσαν μεγάλες. Πως σήμερα περιμένεις σειρά να επιδιορθώσεις το αυτοκίνητό σου, έτσι και τότε από μήνες πριν έκανες την παραγγελία για κανούργιο κάρο ή για κάποια επιδιόρθωση στο παλιό. Οι νέοι σήμερα δεν γνωρίζουν τίποτε από τα κάρα και την τέχνη του καροποιού. Καλό όμως είναι να γνωρίζουν, για να κρίνουν πως κατόρθωσαν οι πρόγονοί τους, παππούδες και πατεράδες, να επιβιώσουν!
Να πως κατασκευάζονταν το κάρο: Ξεκινούσαν πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω, για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα-χρησιμεύουν ως τιμόνι. Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί των Μουριών, έκαναν εισαγωγή, τα αγόραζαν έτοιμα. Μετά όμως έμαθαν και τα κατασκεύαζαν και οι ίδιοι. Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, που οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά, άφηνα ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονταν ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονταν κι αυτές η μία μες στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες κατασκεύαζε ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρνι επάνω στο κούτσουρο.
Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες, αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου. Έπρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, που στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.
Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά ώσπου να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο-τρεις άντρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα, εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα, κι εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να “καθίσει” στο ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Το ξύλο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά. Κι όταν το ταμπάνι “καθίσει”, πιάνει τη ρόδα απ’ τις ακτίνες της ένας γεροδεμένος άντρας και μέσα από τους καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο, τη “σβήνει” μέσα σε λάκκο με νερό που έχει εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο τσιτσιρίζει δυνατά, αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στη διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Ωστόσο στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες.
Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουριάς. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονταν σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες-τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου που ευκόλυνε την κίνηση, χωρίς τρίξιμο και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη, που στην κάτω πλευρά της είχε αυλακιά, για να “κάθεται” πάνω στον άξονα και να δένει μαζί του με λάμες σιδερένιες και με βίδες. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση “κάθεται” το σκαμνί με τα κάθετα γιαστίκια-τα γόλε-αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα με τις δύο μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μία τρύπα, την καβίλια, για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά.
Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά. Μπροστά είχε το τιμόνι, που με την ζεύλα ενώνεται με τον ζυγό, που τον έφερναν τα ζώα (βόδια ή βουβάλια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές, χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά-στηρίζονταν στα γιαστίκια-αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τη μεταφερόμενη σοδειά ή ό,τι άλλο ήθελε να κουβαλήσει ο γεωργός.
Στη δεκαετία του 60 άρχισε σταδιακά η αντικατάσταση του κάρου από το γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) με πλατφόρμα και αλέτρια. Έτσι, αντικαταστάθηκε όχι μόνο το κάρο για τις μεταφορές, αλλά και το ζευγάρι για το όργωμα και τη σπορά των χωραφιών.
Όσοι από εμάς έχουν ζήσει σε χωριό και έχουν προσωπικές εμπειρίες, αναπολούν συχνά με νοσταλγία τα παιδικά τους χρόνια με τα κάρα. Τότε που ξυπόλητοι τρέχαμε να σκαρφαλώσουμε κρυφά σε κάθε διερχόμενο κάρο. Τότε που επιθυμούσαμε ν’ ανεβούμε στο κάρο και να παίξουμε το ρόλο του οδηγού. Σήμερα τα κάρα αποτελούν μουσειακό και διακοσμητικό είδος. Συχνά συναντούμε ολόκληρα κάρα ή κομμάτια από αυτά ως στοιχείο διακοσμητικό σε αυλές, σε κήπους αλλά και σε σπίτια ή καταστήματα., για να θυμίζουν την ιστορία της οικογένειας.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών

ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Μουριών και το κλεμμένο όνομα! Η ιστορία μας ξεκινάει από την Οθωμανική αυτοκρατ...