Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Παραδοσιακές Στολές


Παραδοσιακές Στολές

Η Ανδρική Παραδοσιακή Φορεσιά

Το Πασλούκ Ή Κετσε
Είναι Η Κουκούλα Και Αποτελεί Ιδιαίτερο Χαρακτηριστικό Της Ανδρικής Ποντιακής Φορεσιάς. Κατασκευάζεται Από Μάλλινο Μαύρο Ύφασμα. Οι Κατασκευαστές Του Στον Πόντο Ονομάζονται Κ Ε Τ Σ Ε Τ Ζ Ή Δ Ε Σ.
Το Καμίς
Το Πουκάμισο
Το Καπακλίν

Είναι Μαύρο Σταυρωτό Ένδυμα Με Μανίκια, Που Φθάνει Μέχρι Τη Μέση Και Φοριέται Πάνω Από Το Καμίσ’, Το Πουκάμισο.
Η Ζίπκα Ή Ζίφκα
Είναι Το Παντελόνι. Κατασκευάζεται Από Μαύρο Μάλλινο Ύφασμα. ‘Έχει Πίσω Και Εμπρός Πολλές Κάθετες Πτυχές Και Στενεύει Από Τα Γόνατα Και Κάτω. Από Τη Ζίπκα Πήρε Τ’ Όνομά Της Η Ανδρική Φορεσιά.
Το Ζωνάρ
Είναι Μάλλινο Ή Μεταξωτό Μήκους 3-4 Μέτρα Και Πλάτους 40 Εκ. Στον Πόντο Το Μάλλινο Ζωνάρι Κατασκευαζόταν Από Περσικό Σάλι Και Το Έλεγαν Ατζάμσαλι Ενώ Το Μεταξωτό Το Έλεγαν Ταραπολόζ’, Γιατί Εισαγόταν Από Την Αφρική.
Τα Σιλαχλήκια
Τα Φισεκλίκια.
Τα Τσάπουλας

Είναι Υποδήματα Χωρίς Τακούνι, Με Γυριστή Μύτη Μπροστά, Απαραίτητο Εξάρτημα Της Ανδρικής Φορεσιάς.
Η Γυναικεία Ποντιακή Φορεσιά

Την Τάπλα
Είναι Δισκοειδές Χαμηλό Κάλυμμα Της Κεφαλής, Στολισμένο Με Φλουριά. Η Τάπλα Που Έχει Στην Επιφάνειά Της Ραμμένο Κέντημα Με Ασημένια Ή Επίχρυση Κλωστή Ονομάζεται Τεπελίκ’. Στον Πόντο Το Τεπελίκ’ Το Φορούσαν Μόνο Τα Κορίτσια.
Η Ζουπούνα Ή Ζιπούνα
Είναι Το Φόρεμα Απ’ Όπου Πήρε Και Το Όνομα Η Γυναικεία Ποντιακή Φορεσιά.
Το Σαλβάρ
Η Βράκα). Είναι Ένδυμα Για Το Κάτω Μέρος Του Κορμού. Ξεκινά Από Τη Μέση Και Φτάνει Μέχρι Τους Αστραγάλους. Είναι Πολύ Πλατύ Και Σήμερα Κατασκευάζεται Από Μεταξωτό Ύφασμα, Ενώ Στον Πόντο Κατασκευαζόταν Από Μάλλινο Ή Βαμβακερό Ύφασμα. Για Την Κατασκευή Του Χρησιμοποιούσαν Γύρω Στις 8 Πήχες Ύφασμα.
Το Σπαλέρ
Είναι Ένδυμα Με Φόδρα Που Καλύπτει Μόνο Το Στήθος, Από Το Λαιμό Μέχρι Τη Μέση. Δένεται Πίσω Με 2 Ταινίες, Τα Σπαλοδέμα.
Το Κοντέσ’
Είναι Κοντό Ένδυμα Που Φθάνει Μέχρι Τη Μέση Και Φοριέται Πάνω Από Τη Ζαπούνα. Κατασκευάζεται Από Βελούδο Ύφασμα, Έχει Στενό Γιακά Και Μακριά Μανίκια Και Είναι Διακοσμημένο Με Χρυσά Σιρίτια Και Κεντήματα.



φυσεκλίκια









φυλαχτό ανδρικό



Αγ. Γεώργιος Γυναικείο κόσμημα με σκουλαρίκια
Αγ. Γεώργιος Γυναικείο κόσμημα με σκουλαρίκια















ανδρική φορεσιά




γυναικεία παπούτσια (κουντούρας)










γυναικεία ποδιά


Εγκόλπιον κόσμημα Ανδρικό




καπνοσάκουλον
κάμες



κιοστέκ


κιοστέκ

κολιές
















λαχόρια


τάπλα απλη




ταπλα χρυση
ταπλα επαργυρωμενη


τάπλα επαργυρωμένη






τεπελίκ 2



ταραπουλουζ
ταραπουλούζ'

τσάπουλας ανδρικά παπούτσια
τσάπουλας ανδρικά παπούτ


φυλαράκια χρυσα (γκερνταλούκ)




Γυναικεία φορεσιά    1

φορεσιά Γυναικεία 1






Γυναικεία φορεσιά   2




Οι Παραδοσιακοί Κεφαλοδεσμοί


ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑΤΑ:

ΑΝΔΡΙΚΟΣ:

¤ Κ: ετσέ ή κιατσά
κάλυμμα φτιαγμένο από κετσέ, δηλαδή πεπιεσμένο μαλλί, μαύρο ή λευκό. Είχε σχήμα θολωτό και έφερε στο γύρο μαύρο τσιτ’ ή σερβέττα. 

¤ Καλπάκ’ (τουρκ. γαλπάχ ή γαλπάγ): παλιό τούρκικο κεφαλοκάλυμμα που φόρεσαν και οι ‘Ελληνες του Πόντου. Πάνω ήταν επίπεδο, φτιαγμένο από κετσέ ή τσόχα με αστάρι και βαμβάκι κεντημένο. Το καλπάκι των μεταλλουργών ήταν φτιαγμένο από σαμουρόγουνα και έφερε στην προμετωπίδα χρυσά εμβλήματα (σφυρί, μοχλό και θρυαλλίδα).

¤ Τερλίκ’ ή ταρλίκ’: κάλυμμα σε σχήμα φεσιού από κετσέ στην αρχή και από χασεδένιο ύφασμα, κεντημένο αργότερα. Από το τελευταίο (ή και από κετσέ) αποτελούνταν το καβούκ ( ή χαβούγ΄/ χαβουχ’) και το φορούσαν παλαιότερα οι Τούρκοι. Το χασεδένιο τερλίκ’ το φορούσαν από κάτω από την κετσέ και το φέσι αργότερα, για τον ιδρώτα. Είχε στο γύρω του από την κάτω πλευρά πούρτζα (δηλαδή σαντζάκι) και στην κορφή κουκούλ’, είδος μικρής φούντας.

¤ Το παπακ’ ή παπάγ’: κάλυμμα από δέρμα προβάτου με φόδρα από μέσα ή και από αστρακάν’ στο πάνω επίπεδο.

¤ Κουκούλα: φοριόταν αρχικά μόνο από τους Λαζούς που χρησιμοποιούσαν ζίπκα. Κατόπιν από τους νέους της Κρώμνης και της Σάντας. Φτιαχνόταν από λεπτό εγχώριο μαύρο σάλι ή τσόχα με δυο ταινίες μακριές από το ίδιο ύφασμα που τυλίγονταν γύρω από το μέτωπο και κύκλωναν το κεφάλι με δέσιμο στο πίσω μέρος. Οι ταινίες αυτές έφεραν στο γύρο και στο μέρος της κεφαλής που ήταν η κουκούλα, σιρίτια χρυσοκεντημένα. Κρόσσος υπήρχε και στην κορυφή του καλύμματος.

¤ Φεσ’ ή φασ’: ήταν κόκκινο ή βυσσινί ή και μαύρο με φούντα πίσω (τουρκ. πισκιούλ’, πισκίλ’) από νήματα μαύρα ή γαλάζια. Γύρω του έδεναν μαύρο τσιτ’ ή τσαλμά (τουρκ) και οι νέοι την τσαβράν. Σε παλαιότερα χρόνια φορούσαν και οι γυναίκες φέσι με φούντα. Στην Κρώμνη συνηθιζόταν το φενερλίν’ κιουλλάχι, είδος φέσι πτυχωτό με ειδικό μεταξωτό λεπτό περιτύλιγμα πολύχρωμο που κατασκευαζόταν στην Τρίπολη της Αφρικής.
Σαν περιβλήματα μαζί με τα καλύμματα της κεφαλής έφεραν διάφορα υφάσματα λεπτότατα, τετράγωνα με σταμπωτά λουλούδια στην παρυφή ή και σε όλη την επιφάνεια, τα λεγόμενα τσίτεα ή και άλλο μαντήλι χρωματιστό βαμβακερό, μεταξωτό ή λινό. Ένα τέτοιο περίβλημα ήταν και η σερβέττα από λεπτό μαύρο πανί που παλαιότερα ήταν κίτρινο. Την σερβέττα την τύλιγαν ολόγυρα στην κετσέ και στο φέσι, ενώ οι αρχιερείς την τύλιγαν κάποτε γύρω από το καλυμαύχι.

ΠΑΙΔΙΚΟΣ:

Τα κορίτσια κάλυπταν το κεφάλι με δουλπάν ή με γιαζμά λευκή ή κίτρινη με χρωματιστά κλαδιά.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ:

¤ Τάπλα: δισκοειδές χαμηλό κάλυμμα της κεφαλής που έφερε εσωτερικώς λεπτό στρογγυλό έλασμα. Το τμήμα που υπήρχε στο πάνω μέρος της κεφαλής σχημάτιζε δίσκο ενώ ο γύρω από το μέτωπο και προς τα πίσω γύρος παρουσίαζε ταινία 2-3 δακτύλων. Ο γύρος ήταν καλυμμένος με λεπτότατο σταμπωτό κόκκινο ύφασμα, το πολίτ’κον τσίτ’, δεμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται τα χρωματιστά του σχήματα, τα πλούμια. Το κάτω τμήμα του στο μέτωπο άφηνε να διακρίνεται σειρά νομισμάτων δωδεκάγροσων (ρουμπιέδων) ή εικοσιπεντάγροσων (γαζίων) με τρύπα στο πάνω μέρος και ραμμένων με τέτοιο τρόπο ώστε το μισό του ενός να καλύπτει το μισό του διπλανού. Στα δυο άκρα της σειράς ήταν ραμμένα ένα ή κάποτε και δύο μεγαλύτερα φλουριά (μαχμουδιέδες)-75 γροσίων). Το σύνολο των φλουριών έφτανε τα 33-35. Άλλά μικρά φλουριά ήταν συχνά ραμμένα σε μικρές στενές κορδέλες μεταξωτές μαύρες (γαϊτάνια), οι οποίες, εξαρτημένες πλαγίως δεξιά κα αριστερά από το γύρο της τάπλας, έδεναν πίσω ή και κάτω από την πλεξίδα ή τις πλεξίδες. Η τάπλα όταν δεν έφερε τεπελίκ’ ή όταν δεν αντικαθίστατο από το κουρσίν, εκαλύπτετο με πυκνές σειρές νημάτων μαύρων ή γαλάζιων μεταξωτών κεντημένων με κύκλους ακτινοειδώς από το γύρω προς το κέντρο.

¤ Τεπελίκ’ (τουρκ. ταπαλίκ’): ήταν τάπλα που έφερε στην πάνω επιφάνεια ραμμένο λεπτό στρογγυλό ασημένιο ή επίχρυσο έλασμα με ανάγλυφα σχήματα ή με νομίσματα, βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το έλασμα κάποτε αντικαθιστά χρυσοκέντητο τμήμα.

¤ Το :φιντσάν’ ή κουκούλ’ το φορούσαν οι ηλικιωμένες. Σε μεταγενέστερους χρόνους φορούσαν τα τσαμπάρα, δηλαδή πολλά τσίτεα το ένα πάνω στο άλλο με μια βοχτσά πάνω από όλα.

Από τα τσίτεα που υπήρχαν στα τσαμπάρα εκείνο που δενόταν ήταν λευκό ενώ τα υπόλοιπα ήταν σκούρου χρώματος ή μαύρα. Το τεπελίκ’ καθώς και την τάπλα έφεραν στην κεφαλή κάπως λοξά και χαμηλά κάπως στο μέτωπο. Τα δύο αυτά είδη κεφαλοκαλυμμάτων καθώς και το κουρσίν στερεωνόταν με κορδόνια μεταξωτά, που δένονταν ή πίσω και κάτω από την πλεξίδα ή κάτω από το λαιμό αφού περνούσαν κάτω από τα αυτιά.


¤ Το κουρσίν ήταν είδος τεπελίκι κεντημένο πάνω με χρυσό νήμα ή με κεντημένο άνθος στο μέσο. Κάποτε έφερο κρόσσο από νήματα χρυσά και κρέμονταν στον αριστερό κρόταφο. Ολόγυρα είχε φλουριά και δενόταν με δύο δέρματα κάτω από την πλεξίδα.

¤ Στη Λιβερά χρησιμοποιούσαν τετράγωνο, διπλωμένο τριγωνικά, λευκό μαντήλι, την κατζοδέτραν, που κάλυπτε όλο το τριχωτό μέρος της κεφαλής. Τα άκρα της στριφογύριζαν και έδεναν πάνω από το μέτωπο. Πάνω της έδεναν με όμοιο τρόπο και άλλο κάλυμμα, το λετζέκ’, μαντήλι βαμβακερό με σταμπωτά κλαδιά και πάνω του δεύτερο λετζέκ’.

¤ Το τερλίκ’ και ταρλίκ’, κάλυμμα της κεφαλής κεντημένο με χρωματιστά νήματα, έφερε κάποτε νομίσματα στο γύρο, πούρτζα (σατζάκι) και κέντημα σε σχήμα μικρών τριγώνων.

¤ Η βαλά, το νυφικό κάλυμμα, χρησιμοποιούταν στο Ακ Νταγ Ματέν. Το πουλλούν ή πουρλούν (Κοτύωρα) ήταν λεπτό κόκκινο ή πράσινο νυφικό κάλυμμα.

¤ Το σαλ’ ήταν μάλλινο ύφασμα τετράγωνο μονόχρωμο ή πολύχρωμο που κάλυπτε σαν μπέρτα την κεφαλή, τα νώτα και τη μέση.

¤ Το τσαρκούλ’, πλατύ σαν το τούρκικο σαρτσάφ’ ήταν κάλυμμα μεταξωτό λευκό που κάλυπτε όλο το σώμα της γυναίκας από την κεφαλή ως τα πόδια. Στο Καραπερτσίν Αμισού, τσαρκούλ’ έλεγαν και το καμαρωτέρ’.

¤ Η καγιά ήταν επίσης ποδήρης καλύπτρα. Το καμαρωτέρ’ ήταν η συνήθης νυφική καλύπτρα (στη Λιβερά λεγόταν και καμάρα). Λεγόταν και τουβάκι (Κοτύωρα, Σινώπη) καθώς και λετζέκ’ (Σούρμενα) και τουλ’ (Πουλαντζάκη).

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ

Οι γυναίκες του Πόντου είχαν τα φλουριά της τάπλας, που διακοσμούσαν το μέτωπο και τις δύο στενές ταινίες που έδεναν κάτω από την πλεξίδα. Επίσης είχαν το τεπελίκ’, ασημένιο ή επίχρυσο δίσκο και το χιλάλ’ στο μέτωπο αντί των νομισμάτων της τάπλας. Ήταν πλεκτή από χρυσό σύρμα ταινία της οποίας το μήκος ήταν όσο και η απόσταση μεταξύ των δύο κροτάφων. Τα σκουλαρίκια ήταν συνήθως καφασωτά και στενόμακρα.

¤ Τα τετίκια ή τατίκια, κοσμήματα των πλεξίδων φτιαγμένα από εφτά ασημένιες αλυσίδες που η κάθε μια έφερε στο άκρο από ένα φλουρί πεντάγροσο (τουρκ. βεσλίκ) που κρεμόταν από πλατύ ασημένιο ή χρυσό τμήμα. Κάποτε έφερε και ματόχαντρα και σαμσάδες «για το μάτι».

¤ Το τσαφ’ ήταν κόσμημα της κεφαλής που αντικαθιστούσε τα φλουριά στα χωριά και που κρεμόταν από το κουρσίν, αποτελούμενο από διπλή σειρά αλυσίδες, που η κάθε μία έφερε στα δύο άκρα ασημένια τμήματα και επίχρυσα μονόγροσα ή ψευτοφούλιρα.

¤ Το τουλπίρ’: το Ακ Νταγ Ματέν ήταν ασυμένια αλυσίδα με πόρπες αριστερά και δεξιά της κεφαλής που καρφώνονταν στα καλύμματα της κεφαλής.

¤ Τα μαλλοδέματα, δεσίματα των μαλλιών, ήταν στην αρχή γαϊτάνια μεταξωτά. Σε μεταγενέστερη εποχή έγιναν ασημένιες αλυσίδες από τις οποίες ήταν εξαρτημένα ασημένια νομίσματα και ματοζήνιχα που τα κρεμούσαν στις πλεξίδες τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες.

Πηγές: Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, Αρχείον του Πόντου Β1929, σσ8 κεξ.

Οδ. Λαμψίδου- Αρ. Ραζή, Ευρετήριον απεικονίσεων και φωτογραφιών του Πόντου και των Ελλήνων Ποντίων 1977, σ. 297.

Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, ό.π. σσ.25 κεξ. Οδ. Λαμψάκου ο.π. (σσ)297.

Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, ο.π. (σσ) 45-47.



Ευχαριστώ από καρδιάς τον κύριο Ν. Ζουρνατζίδη για την ευγενική χειρονομία του να μου δώσει την άδεια για το παραπάνω άρθρο το οποίο είναι αναρτημένο και στο ιστολόγιο www.serra.gr.


ΠΗΓΗ  http://pontiakilelapa.wordpress.com/













Τραντέλλενος


Τραντέλλενος




Τραντέλλενος, κατά την ακριτική επική παράδοση, είναι ο τριάντα φορές Έλληνας, ο αντρειωμένος, ο Έλληνας του Πόντου. Η λαική μούσα τον θέλει και πεχλιβάνο (παλαιστή), Δράκο , Δρακ’ Έλλενο.

Πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, ίσως και νωρίτερα, αυτός ο Έλλενος, αφήνει τα πρώτα σημάδια της παρουσίας του στον Πόντο. Γύρω στις αρχές ή τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., ως Ιωνάς από τη Μίλητο, θα ξαναχτίσει τη Σινώπη, την πρώτη του αποικία. Ως Σινωπεύς, πλέον μαζί με τους Μεγαρείς, τους Φωκαείς, τους Αρκάδες, τους Αθηναίους και άλλους συνέλληνές του, θα απλωθεί σε ολόκληρη την πόντια γη, πλάθοντας το δικό του πολιτισμό και γράφοντας την δική του, Ελληνική, ιστορία.

Θα περάσουν χρόνια και θα υποδεχτεί, φιλόξενα, τους αδελφούς του, τους Μύριους του Ξενοφώντα, που από το βουνό Θήχης της Ποντιακής Ματσούκας θα αντικρίσουν τον Εύξεινο Πόντο και θα αναφωνήσουν με χαρά και ανακούφηση: Θάλαττα, Θάλαττα.

Αργότερα θα έρθουν οι Μιθριδάτες, θα γίνουν και αυτοί Έλληνες, ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην αφομοιωτική γοητεία του Έλληνα Πόντιου; – και θα ιδρύσουν το δικό τους Βασίλειο που θα κρατήσει 239 χρόνια.

Στους καιρούς της Ρωμαιοκρατίας, λίγες μόλις δεκαετίες μετά την γέννηση του Χριστού, θα δεχτεί, πρώτος αυτός, τον χριστιανισμό από τον Απόστολο Ανδρέα τον πρωτόκλητο, τον Απόστολο του Πόντου, αφήνοντας τον ηλιακό θεό, το Μίθρα, να παλεύει με τον ταύρο του, όπως τον θέλουν, στις παραστάσεις τους, οι αγγειογράφοι και οι γλύπτες της εποχής.

Όταν θα έρθουν οι Μεγάλη Κομνηνοί, θα ιδρυθεί ένα νεο Μεσαιωνικό ελληνικό κράτος, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, που θα κρατήσει 257 χρόνια, αντέχοντας στην οθωμανική λαίλαπα, οκτώ χρόνια περισσότερο από την Κωνσταντινούπολη. Δύο χρόνια μετά ο τελευταίος των Μεγάλων Κομνηνών, ο Δαβίδ,“θα τελειωθή τω ξίφει”,από τους Τούρκους, μαζί με τους τρεις γιους του και τον ανηψιό του, τον Αλέξιο.

Από τους χρόνους του ελληνικού Μεσαίωνα, εώς την εποχή του νεοελληνικού διαφωτισμού (γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα), ο Έλληνας του Πόντου θα είναι η κιβωτός που θα περισώζει και θα διαφυλάττει την ελληνική παράδοση και το ελληνικό πνεύμα. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το γεγονός οτι, κατά την περίοδο αυτή, ενώ είχε σχεδόν πάψει να ακούγεται αλλού η λέξη Έλληνας,επικρατούσαν οι όροι Γραικός, Ρωμαίος ή Ρωμιός, στα δημοτικά τραγούδια του Πόντου, γίνεται ευρύτατη αναφορά στον αιώνιο Έλλενον, τον ήρωα Τραντέλλενον, το Δρακ’ Έλλενον.

Έτσι χάρη και στα πόντια έπη, διαφυλάχτηκε επί τρεις τουλάχιστον, αιώνες και παραδόθηκε, ατόφιο και ακέραιο, στους μεταγενέστερους, το όνομα του Έλληνα.

Ο Πόντιος θ ακάνει το τραγούδι του κατάθεση ψυχής και θα χορεύει τον ηρωικό του Πυρρίχιο, κρατώντας με τα πόδια του τη γη και με τα χέρια του τον ουράνιο θόλο.

Αυή η γη, τη δική του γη, δεν του μέλλεται να την πατάει για πάντα: κάποια ώρα, τα όμάλα Τουρκ’ς εγόμωσεν, οι μαύροι εχλιμίτιζαν σ(τ)α γαίματα βραγμένοι κι οι Δρακ’ Έλλενοι σκοτώθηκαν μύριοι, μυριάδες. Οι τελευταίοι ήχοι του κεμεντζέ, εκεί στα ράχα του Ηλ’ τα παρχαρομύτα, σβήνουν μαζί με την φωνή των αντριωμένων και των πεχλιβάνων.

Θα περάσουν αιώνες. Κι όταν πάλι ο Τούρκον ο κακόν που κόνεψεν σ(τ)ην χώραν θ’ αρχίσει ν’ απεργάζεται το ποντιακό ολοκαύτωμα, ο Έλλενος θα στραφεί προς τις Ποντιακές Άλπεις του και θα φτιάξει το δικό του θρυλικό αντάρτικο, υπερασπιζόμενος με πίστη , θάρρος και αυταπάρνηση, τους βωμούς και τις εστίες του.

Το ολοκάυτωμα, η γενοκτονία, των Ποντίων θα φέρει την ερήμωση, τον θάνατο και τον ξεριζωμό. Ο Έλλενος, εκέινος που τελικά θα επιζήσει, θα πορευτέι ρακένδυτος και ανέστιος, την οδό της προσφυγιάς. Όμως, μέσα στον ποχτσά του θα κουβαλάει την πλούσια πραμάτεια της παιδείας του, της πνευματικής του καλλιέργειας, του πολιτισμού του, της φιλοπονίας του, της λεβεντιάς του, της ευγένειάς του και της εντιμότητάς του, δώρα ανεκτίμητα για όσους θα έχουν την αγαθή τύχη να τα δεχτούν και να τα αξιοποιήσουν.

Από τον Βιβλίο “Πόντος γη των Τραντέλλενων”

Ο Πόντος Κατά Τους Αρχαίους Ποιητές-Ιστορικούς

Ο Πόντος Κατά Τους Αρχαίους Ποιητές-Ιστορικούς






Ο Όμηρος Ονομάζει Τον Πόντο Την Αναπεπταμένη Θάλασσα, Το Πέλαγος. Ο Αρχαίος Επικός Ποιητής Καταθέτει Και Επίθετα Του Πόντου:Απείριτος, Απέιρων, Ευρύς, Μεγακτητής (Ως Προς Την Έκταση) Και Ηεροειδής, Ιοειδής, Μέλαψ, Οίνοψ(Ως Προς Το Χρώμα). ΕπίσηςΙχθυόεις, Για Τα Ψάρια Του.
Στην Ιλιάδα (Β 145, Ψ230) Δίνονται Τα Επίθετα Ικάριος Και Θρηίκιος. Ο Ηρόδοτος, Ο Πατέρας Της Ιστορίας Τον Ονομάζει Αιγαίο Πόντο (2.97) Ενώ Αποκαλεί Πόντο Και Ολόκληρη Τη Μεσόγειο Θάλασσα. (4.8, 99, 177).
Το Επίθετο Αλμυρός Αναφέρεται Από Τον Ησίοδο (Θεογονία 107), Καθώς Και Το Ατρύγετος (Στιχ. 131, 132) Επειδή Γεννήθηκε Από Τη Γή, Άτερ Φιλότητος Εφιμέρου(Χωρίς Ερωτική Επαφή).
Οι Αρχαίοι Ποιητές Αποκαλούν Πόντο Τη Μεγάλη Και Ανοικτή Θάλασσα, Ενώ, Αργότερα, Γύρω Στον 5ο Αιώνα Π.Χ. Διαφάινεται Και Η Έννοια Του Εύξεινου Πόντου: Αισχύλου Πέρσες(878), Θουκιδίδης (Βιβλίο Π96,97), Ευριπίδη Τρωάδες(226), Ιππόλυτος (1200), Αριστοφάνη Σφήκες(700), Αριστοτέλη Μετεωρολογικά(2, 1, 11). Ο Κάτοικος Των Παραθαλάσσιων Περιοχών Του Εύξεινου Πόντου Και Αργότερα Ολόκληρου Του Πόντου Ονομαζόταν Ποντιακός (Ηρακλείδης Ο Ποντιακός Κ.Α.).
Τη Θαλάσσια Περιοχή Διέσχιζαν, Κατά Τον Όμηρο Νήες Γλαφυραί, Μέλαιναι, Εύσσελμοι, Μιλτοπάρηοι, Γιατί Μόνο Έτσι Θα Μπορούσαν Να Αντιμετωπίζουν Τις Τρικυμίες, Την Πυκνή Ομίχλη Και Τους Θυελλώδης Ανέμους Που Παραμόνευαν Σε Όλη Τη Διαδρομή Τους.
Το Θαλάσσιο Στοιχείο Όμως, Ήταν Και Εκείνο Που Προσέφερε Χαρά Και Ανακούφιση Στους Μύριους Του Ξενοφώντα (Κύρου Αναβασις), Όταν Από Το Βουνό Θήχης Της Ποντιακής Ματσούκας Αντίκρισαν Τον Εύξεινο Πόντο Και Αναφώνησαν:Θάλαττα, Θάλαττα.

ΠΗΓΗ  http://pontiakilelapa.wordpress.com/






Μύθοι Του Πόντου

Μύθοι Του Πόντου





Οι Περισσότεροι Από Τους Μύθους Στρέφονται Γύρω Από Τις Εκστρατείες, Τις Μάχες Και Γενικά, Γύρω Από Τον Πόλεμο. Πάνω Σ’αυτόν Τον Καμβά Πλέκονται Οι Ιστορίες Για Τα Κατορθώματα Των Ηρώων. Οι Εξαιρετικοί Αυτοί Άνδρες Προέρχονταν, Κυρίως Από Τον Ευρύτερο Ελλαδικό Χώρο Και Διαδραματίζαν, Πάντοτε Πρωταγωνιστικό Ρόλο Στη Διαμόρφωση Της Μυθολογίας.
Έτσι, Ο Ποντιακός Μύθος Είναι Αλληλένδετος Με Το Γενικότερο Αρχαιοελληνικό Μύθο, Όπως, Ενδεικτικά, Η Αργοναυτική Εκστρατεία, Ορισμένοι Από Τους Άθλους Του Ηρακλή Κ.Λ.Π.
Όμως Εκτός Από Τον Πόλεμο, Στον Πανάρχαιο Μύθο Κυριαρχεί Και Ένα Άλλο Εξίσου Δυνατό Στοιχείο: Ο Έρωτας. Έτσι Η Νύμφη Φιλύρα Καταφεύγει Στο Νησί Φιλυρηίδα (Που Πήρε Το Όνομά Της) Για Να Αποφύγει Τον Κρόνο Που Την Κυνηγούσε. Τελικά Ο Θεός Την Ανακαλύπτει Και Συνδέεται Ερωτικά Μαζί Της, Μεταμορφωμένος Σε Άλογο. Στο Νησί, Όμως, Καταφθάνει Και Η Γυνάικα Του Κρόνου, Η Ρέα. Η Φιλύρα Αιφνιδιάζεται Και Φεύγει Φοβισμένη Για Το Βουνό Πήλιο Όπου Γεννά Τον Κένταυρο Χείρωνα- Μισό Άνθρωπο Και Μισό Άλογο- Τον Οποίο Ο Ησίοδος Ονομάζει Φιλυρίδη, Από Το Όνομα Της Μητέρας Του. Ο Χείρωνας Θα Συνδεθεί Αργότερα Με Την Αργοναυτική Εκστρατεία, Μεγαλώνοντας Τον Αρχηγό Της, Τον Ιάσωνα.

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Η Εκστρατεία Του Ιάσονα Με Τους Αργονάυτες Στην Κολχίδα (Ανατολικά Της Τραπεζούντας) Για Την Απόκτηση Του Χρυσόμμαλου Δέρατος, Αποτελεί Έναν Από Τους Πιο Δημοφιλείς Μύθους Της Ελληνοποντιακής Αρχαιότητας.
Η Γένεση Του Μύθου Τοποθετείται Στο 13ο Αιώνα Π.Χ. Όταν Ο Φρίξος Και Η Έλλη, Παιδιά Του Βασιλιά Της Βοιωτίας Αθάμαντα Και Της Νεφέλης, Κατέφυγαν Στην Κολχίδα Για Να Σωθούν Από Τις Δολοπλοκίες Της Μητριάς Ινώς, Που Ήθελε Να Εκμαιεύσει Χρησμό Ώστε Να Θυσιαστούν Τα Δύο Παιδιά Προκειμένου, Δήθεν, Να Απαλλαγεί Η Περιοχή Από Την Ξηρασία.
Ο Φρίξος Και Η Έλλη Ταξίδεψαν Πάνω Στη Ράχη Ενός Ιπτάμενου Χρυσόμμαλου Κριαριού Που Τους Χάρισε Η Μητέρα Τους Νεφέλη Για Να Τους Σώσει Από Τη Θυσία. Ενώ Πετούσαν Πάνω Από Την Ευρωασιατική Θάλασσα, Η Έλλη Ζαλίστηκε, Έπεσε Και Χάθηκε Μέσα Σε Ένα Στενό Που Έκτοτε Φέρει Το Όνομά Της (Ελλήσποντος).
Ο Φρίξος Συνεχίζοντας Το Ταξίδι Του Φτάνει Στην Κολχίδα, Όπου Τον Δέχεται Ο Βασιλιάς Αιήτης- Που Κατά Τον Ησίοδο Ήταν Γιος Του Ήλιου- Και Τον Παντρέυει Με Την Κόρη Του, Την Χαλκιόπη. Το Χρυσόμμαλο Κριάρι Θυσιάζεται Στο Δία Και Ο Φρίξος Χαρίζει Στον Πεθερό Του Το Χρυσόμμαλο Δέρας Του. Ο Αιήτης Κρεμά Το Πολύτιμο Δέρας Σε Μια Βελανιδιά, Μέσα Στο Άλσος Του Άρη. Εκεί Το Φύλαγε Ένας Δράκοντας Που Ποτέ Δεν Κοιμόταν. Ο Απολλόδωρος Περιγράφει Σχετικά: Ο Δε Τον Χρυσόμαλλον Κρίον Διί Θύει Φυξιώ, Το Δε Τούτου Δέρας Αιτήτη Δίδωσιν.

Ο ΙΑΣΟΝΑΣ
Αργότερα, Στον Καμβά Του Μύθου Πλέκεται Και Ο Ιάσονας, Γιος Του Αίσονα Και Της Πολυμήδης, Κόρης Του Αυτόλυκου. Στην Ιωλκό Της Θεσσαλίας Βασίλευε Ο Πελίας Που Σφετερίστηκε Το Θρόνο Από Τον Αδερφό Του, Τον Αίσονα. Τα Πράγματα Δυσκόλεψαν Για Τον Μικρό Ιάσονα Κι Έτσι Ο Πατέρας Του, Τον Έστειλε Στον Κένταυρο Χείρωνα, (Γιο Της Φιλύρας Από Τον Κρόνο), Για Να Αναλάβει Την Προστασία Και Την Εκπαίδευσή Του.
Ο Ιάσονας, Όταν Μεγάλωσε, Πήγε Στο Θείο Του Πελία Και Πρόβαλε Αξιώσεις Για Τον Θρόνο Της Ιωλκού. Ο Νεαρός Άντρας Παρουσιάστηκε Φορώντας Μόνο Ένα Σανδάλι Κι Ο Πελίας Τρόμαξε, Επειδή Είχε Προειδοποιηθεί Από Το Μαντείο Των Δελφών Οτι Κινδύνευε Από Τον Άντρα Μονοσάνδαλο.
Ο Πελίας Για Να Απαλλαγεί Από Τον Ιάσονα, Του Υποσχέθηκε Να Του Παραδώσει Τον Θρόνο, Αφού, Όμως, Του Φέρει Το Χρυσόμμαλο Δέρας Από Την Κολχίδα, Πράγμα Που Εθεωρείτο Ακατόρθωτο.

Η ΑΡΓΩ
Ο Ιάσονας Ανέθεσε Την Κατασκευή Ενός Κατάλληλου Για Την Εκστρατεία Πλοίου Στον Αργό, Γιο Του Φρίξου. Η Αθήνα Σχεδίασε Το Πλοίο Κι Έκοψε Με Χάλκινα Εργαλεία Την Ξυλεία Από Το Δάσος Του Πηλίου. Αυτά Τα Ξύλα Δεν Σάπιζαν Ούτε Καίγονταν Από Τη Φωτιά.
Το Πλοίο Πήρε Το Όνομα Αργώ Από Τον Ναυπηγό Του, Τον Αργό, Ή, Κατά Μία Άλλη Εκδοχή, Από Τη Λέξη Αργός Που Σημαίνει Γοργός. Κατασκευάστηκε Για 50 Κωπηλάτες (Απολλώνιος Ρόδιος: Πεντήκορος, Προσαγορευθείσα Υπό Του Κατασκευάσαντος Αργώ), Όμως Ο Αριθμός Τους Διαφέρει Από Συγγραφέα Σε Συγγραφέα. Σύμφωνα Λοιπόν Με Τον Πίνδαρο Είχε 10 Κωπηλάτες, Κατά Τον Απολλώνιο 55, Τον Απολλόδωρο 48, Και Κατ’ Άλλους 28. Ο Όμηρος Ονομάζει Την Αργώ Ξακουσμένη (Αργώ Πασιμέλουσα).
Ο Ιάσονας Που Ήταν Αρχηγός Της Εκστρατείας Πήρε Μαζί Του Ονομαστούς Έλληνες, Όπως: Τον Τιφύ, Ος Εκυβέρνα Την Ναυν, Τον Αργό, Τον Ηρακλή, Το Θησέα, ΤονΟρφέα, Το Μελέαγρο, Τον Πολυδεύκη, Τα Παιδιά Του Βορέα( Θρακικού Ανέμου)Κάλαι Και Ζήτη, Τους Γιους Του Θησέα Δημοφώντα Και Ακάμαντα, Τον Πηλέα, ΤονΕύφημο Και Άλλους.

ΟΙ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΠΕΤΡΕΣ
Η Εκστρατεία Των Αργοναυτών Ήταν Γεμάτη Από Εκπλήξεις, Περιπέτειες Και Κινδύνους. Η Πιο Μεγάλη Δυσκολία Τους Περίμενε Στην Έξοδο Του Βοσπόρου: Το Πέρασμα Από Τις Συμπληγάδες Πέτρες. Επρόκειτο Για Δυό Μεγάλους Βράχους Που Κάθε Τόσο Πλησίαζαν Ο Ένας Τον Άλλον Με Μεγάληταχύτητα Και Χτυπιόντουσαν Μεταξύ Τους, Έτσι, Ώστε Τα Καράβια, Που Δοκίμαζαν Να Περάσουν Ανάμεσά Τους, Τσακίζονταν Και Βούλιαζαν.
Οι Αργοναύτες Απποτάθηκαν Στο Θρακιώτη Βασιλιά Και Μάντη Φινέα Που Τους Συμβούλεψε Να Αφήσουν Να Περάσει Πρώτα, Μέσα Από Τις Πέτρες, Ένα Περιστέρι Και Μόνο Εάν Εκείνο Δεν Πάθαινε Τίποτα, Τότε Να Περάσουν Κι Αυτοί. Ο Εύφημος, Ο Πιο Γρήγορος Απ’ Όλους Άφησε Το Περιστέρι Κι Εκείνο Πέρασε Σώο, Εκτός Από Τα Φτερά Της Ουράς Του Που Κόπηκαν Την Τελευταία Στιγμή. ΄Ετσι Πέρασαν Κι Οι Αργονάυτες, Με Μια Μόνο Ζημιά Στην Πρύμνη Του Πλοίου. Από Τότε Οι Συμπληγάδες Πέτρες Ή Πλαγκτές Ή Κυανές Έμειναν Ακίνητες Κι Έτσι Ο Εύξεινος Πόντος Άνοιξε Κι Έγινε Ασφαλής Για Τα Καράβια.

ΣΤΗΝ ΚΟΛΧΙΔΑ
Όταν, Τελικά Οι Αργοναύτες Έφτασαν Στην Κολχίδα, Ο Βασιλιάς Αιήτης Υποσχέθηκε Να Παραδώσει Στον Ιάσονα Το Χρυσόμμαλο Δέρας, Μόνο Αν Κατάφερνε Να Περάσει Τις Δοκιμασίες Που Θα Του Έβαζε. Συγκεκριμένατου Ζήτησε Να Σκοτώσει Ένα Τρομερό Φίδι(Δράκο), Και Να Σπείρει Τα Δόντια Του Σε Ένα Χωράφι, Οργώνοντάς Το Με Δυο Χαλκοπόδαρους Ταύρους Που Έβγαζαν Φωτιά Από Το Στόμα Τους. Τέλος Να Σκοτώσει Τους Πάνοπλους Γίγαντες Που Θα Ξεπετάγονταν Από Τη Σπορά. (Απολλώνιος Ρόδιος 3,40.9 Κ.Εξ.).
Η Κόρη Του Αιήτη Και Της Ιδυίας, Η Μήδεια, Ερωτεύτηκε Τον Ιάσονα, Ο Οποίος, Με Την Βοήθειά Της, Αλλά Και Με Την Βοήθεια Της Αθηνάς, Χρησιμοποιώντας Ένα Θαυματουργό Φάρμακο, Ζεύει Τους Χαλκοπόδαρους Ταύρους, Σπέρνει Τα Δόντια Του Φιδιού Και Σκοτώνει Τους Σπαρτούς Γίγαντες. Και Πάλι Ο Αιτήτης Αρνείται Να Του Δώσει Το Δέρας, Οπότε Η Μήδεια Κοιμίζει Το Δράκο Που Το Φύλαγε Και , Μαζί Με Τον Ιάσονα Παίρνουν Το Πολύτιμο Δέρας Και Φεύγουν Σπό Την Κολχίδα Κυνηγημένοι Από Τους Κόλχους.

ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ
Ο Ιάσονας, Έπειτα Από Νέες Περιπέτειες Που Τον Κράτησαν 4 Μήνες, Φτάνει Στην Ιωλκό, Παραδίδει Στον Πελία Το Δέρας Κι Έπειτα Πηγαίνει Στον Ισθμό Και Αφιερώνει Την Αργώ Στον Ποσειδώνα. Η Μήδεια, Εκδικούμενη Τον Πελία Που Αρνήθηκε Να Παραδώσει Το Θρόνο, Πείθει Τις Κόρες Του Να Τον Σκοτώσουν. Μετά Το Φόνο Του Πελία Ο Ιάσονας Και Η Μήδεια Εγκαθίστανται Στην Κόρινθο Όπου Αποκτούν Δύο Γιούς, Το Μέρμερο Και Το Φερήτα. Τα Δύο Παιδιά Θα Σκοτωθούν, Αργότερα , Από Την Ίδια Τους Την Μητέρα, Τη Μήδεια, Επειδή Την Είχε Εγκαταλείψει Ο Άντρας Της Ιάσονας.
Το Φρικτό Αυτό Δράμα Θα Εμπνέυσει Τον Ευριπίδη Που Θα Γράψει Τη Γνωστή Τραγωδία “Μήδεια“.

ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΚΟΛΧΙΔΑΣ
Η Αποδικωποίηση Του Μύθου Της Αργοναυτικής Εκστρατείας Οδηγεί Κατευθείαν ΣτοΧρυσάφι Της Κολχίδας. Κατά Την Επικρατέστερη Εκδοχή, Το Βασίλειο Του Αιήτη Βρισκόταν Στην Κοιλάδα Του Ποταμού Φουρτούνα, Στη Ανατολική – Μεταλλοφόρα- Περιοχή Της Τραπεζούντας.
Οι Κάτοικοι Της Κοιλάδας Αυτής Μπορούσαν Να Ανιχνεύσουν Και Να Περισυλλέγουν Ψήγματα Χρυσού, Χρησιμοποιώντας Μια Δική Τους Πρωτότυπη Χρυσοθηρική Μέθοδο: Συγκέντρωναν Δέρματα Προβάτων Και Τα Βύθιζαν Μέσα Στα Νερά Του Ποταμού, Έτσι Που Πάνω Στο Μαλλί Τους Κόλλούσαν, Λίγο-Λίγο, Οι Κόκκοι Του Χρυσού.
Αυτά Λοιπόν Τα Χρυσόμμαλα Δέρατα Και Γενικότερα, Το Χρυσάφι Της Κολχίδας Ήταν Προφανώς, Ο Στόχος Της Αργοναυτικής Εκστρατείας.

ΟΙ ΑΜΑΖΟΝΕΣ
Δίπλα Στις Εκβολές Του Ποταμού Θερμώδοντα, Στον Εύξεινο Πόντο, Βρίσκονταν Η Πόλη Θεμίσκυρα. Εκεί Κατοικούσαν Οι Αμαζόνες, Ένας Λαός Που Αξουσιαζόταν Από Πολεμοχαρείς Γυναίκες, Κόρες Κατά Μία Μυθική Παράδοση, Του Θεού Άρη, Τον Οποίον Λατρέυαν, Όπως Και Την Άρτεμη.
Για Να Τοξεύουν Καλύτερα Οι Αμαζόνες Λέγεται, Οτι Έκοβαν Ή Συμπίεζαν Το Δεξί Τους Στήθος Και Κρατούσαν Το Αριστερό Για Να Θηλάζουν. Σύμφωνα Με Την Εκδοχή Αυτή. Το Όνομα Αμαζών Παράγεται Από Το Στερητικό “Α” Και Τη Λέξη Μαζός (Μαστός), Δηλαδή Α-Μαζόνες. Πολλοί Ερευνητές Δεν Συμφωνούν Με Την Εκδοχή Αυτή: Οι Αμαζόνες Παρουσιάζονται Στις Αγγειογραφίες Με Φυσιολογικό Στήθος.
Την Παράδοση Που Θέλει Τις Αμαζόνες Να Είναι Κόρες Του Άρη Ενισχύει Και Ο Αρκτίνος Ο Μιλήσιος Στο Επικόέργο Του Αιθιοπίς Του Τρωικού Κύκλου. Μιλώντας Για Αυτούς Που Τακτοποίησαν Τον Τάφο Του Έκτορα Αναφέρει:
Ως Οι Γ’ Εμφίεπον Τάφον Έκτορος
Ήλθε Δ’ Αμαζών Θυγατήρ Αλοόφρονος
Κατά Τον Ηρόδοτο, Οι Σκύθες Αποκαλούσαν Τις Αμαζόνες Οιόρπατα, Δηλαδή Φονιάδες Των Ανδρών.
Είναι Γνωστό Οτι Κατά Τον Τρωικό Πόλεμο Ορισμένοι Λαοί Του Πόντου, Ανάμεσά Στους Οποίους Και Οι Αμαζόνες, Ήλθαν Να Βοηθήσουν Τους Αχαιούς. Σύμμαχοι Των Τρώων Ήταν Επίσης, Και Οι Θράκες Και Για Αυτό, Από Πολλούς Μελετητές Και Αναλυτές, Ο Τρωικός Πόλεμος Κατατάσεται Ανάμεσα Στους Εμφύλιους Πολέμους.
Το Βασίλειο Των Αμαζόνων Έφθανε Από Την Πρωτεύουσα Θεμίσκυρα Και Το Ποτάμι Ίρις Εώς Το Ποτάμι Φάσις Της Κολχίδας, Κοντά Στον Καύκασο. Οι Αμαζόνες, Ξεκινώντας Από Τον Πόντο, Έφθασαν Κάποτε Στη Λέσβο Και Στη Σαμοθράκη, Ενώ Μπήκαν Ακόμα Και Στην Αττική.
Αξίζει Να Σημειωθεί Οτι Ο Μεγάλος Ποταμός Της Βραζιλίας, Ο Αμαζόνιος Είχε Πρώτα Το Όνομα Μαρανόν. Το 1541 Ο Ισπανός Εξερευνητής Ορελλάνα Τον Ονόμασε Αμαζόνιο, Επειδή, Εκεί Κοντά Του, Έδωσε Μάχη Με Αυτόχθονες Γυναίκες Που Ήταν Τόσο Γενναίες Και Πολεμοχαρείς, Όσο Και Οι Αμαζόνες Του Πόντου.

Η ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΙΠΠΟΛΥΤΗΣ
Όταν Η Βασίλισσα Των Αμαζόνων Ιππολύτη- Κόρη Του Άρη Και Της Ορτηρής- Πήρε, Ως Δώρο, Από Το Θεό Πατέρα Της Την Περίφημη Ζώνη Που Ήταν Φορέας Εξουσίας Και Δύναμης Για Τον Κάτοχό Της. Αυτή Η Ζώνη Ζήλεψε Η Αδμήτη, Κόρη Του Μηκηναίου Βασιλιά Ευρυσθέα, Που Ανέθεσε Στον Ήρωα Ηρακλή-Γιο Του Δία Και Της Αλκμήνης- Να Εκστρατεύσει Στον Πόντο Και Να Τη Φέρει Στις Μυκήνες. Ο Ηρακλής Πήρε Μαζί Του Στην Ποντιακή Θεμίσκυρα Του Ποταμού Θερμώδοντα- Όπου Κατοικούσαν Οι Αμαζόνες- Και Άλλα Φημισμένα Παλικάρια, Όπως Το Θησέα, ΤονΤελαμώνα (Πατέρα Του Αίαντα Του Τελαμώνιου), Τον Ιόλαο, Τον Πηλέα Κ.Α.
Η Σύγκρουση Με Τις Αμαζόνες, Γνωστή Ως Η Σημαντικότερη Από Τις Αμαζονομαχίες, Υπήρξε Πολυαίμακτη. Οι Περισσότερες Σκοτώθηκαν, Μαζί Και Η Ίδια Η Ιππολύτη, Ύστερα Από Μονομαχία Της Με Τον Ηρακλή. Τελικά, Ο Ήρωας Διέλυσε Το Στρατόπεδο Των Αμαζόνων Και Πήρε Τη Θεόσταλτη Ζώνη. Αυτός Ήταν Και Ο 9ος Άθλος Του.
Σύμφωνα Με Παραλλαγή Του Μύθου, Ο Ηρακλής Με Τους Συντρόφους Του Αποβιβάστηκαν Χωρίς Αντίσταση Στην Χώρα Των Αμαζόνων, Όπου Τους Δέχτηκε Με Χαρά Η Ιππολύτη Και Προσφέρθηκε Να Δώσει Τη Ζώνη Στον Ήρωα. Τότε Μπήκε Στη Μέση Η Ήρα Που Μεταμορφώθηκε Σε Αμαζόνα Κι Έπεισε Τις Πολεμίστριες Οτι Ο Ηρακλής Και Οι Σύντροφοί Του Ήθελαν Ν’ Αρπάξουν Την Ιππολύτη.
Ακολούθησε Σκληρή Μάχη Με Μεγάλες Απώλειες Από Την Πλευρά Των Αμαζόνων. Κατά Μία Εκδοχή, Κάποια Απ’ Αυτές, Η Αντιόπη, Ερωτεύτηκε Το Θησέα Και Τον Οδήγησε Στην Κατάληψη Της Πολής. Λίγο Αργότερα Το Ζευγάρι Απέκτησε Ένα Γιο, Τον Ιππόλυτο, Ο Τραγικός Θάνατος Του Οποίου Θα Εμπνεύσει Τον Ευριπίδη Να Γράψει Το Γνωστό Δράμα “Ιππόλυτος”.
Ο Θησέας, Παίρνοντας Μαζί Του Στην Αθήνα Την Αντιόπη, Προκάλεσε Την Οργή Των Αμαζόνων Που Πήραν Τα Τόξα Και Τα Βέλη Τους, Τα Ακόντια Και Τις Ασπίδες Τους Και Ξεκίνησαν Για Πόλεμο Εναντίον Της Αττικής. Στρατοπέδεψαν Μπροστά Στις Πύλες Της Αθήνας Και Ρίχτηκαν Σε Μια Αμφίρροπη Μάχη Που Τελικά Κατέληξε Υπέρ Των Αθηναίων.
Πολλές Αμαζόνες Έπεσαν Μαχόμενες Γενναία. Έπεσε Και Η Ίδια Η Αντιόπη Πολεμώντας Πλάι Στο Θησέα. Οι Αθηναίοι, Για Να Την Τιμήσουν, Έστησαν Την Επιτύμβια Στήλη Της Κοντά Στο Ιερό Του Ολυμπίου Δία.
Οι Αρχαίοι Καλλιτέχνες Αποθανάτισαν Με Εικαστικά Έργα Τους Τις Αμαζόνες Του Πόντου: Υπέροχα Ελληνικά Γλυπτά Κοσμούν Τους Ελληνικούς Αρχαιολογικούς Χώρους Αλλά Και Τα Μουσεία Του Εξωτερικού. Στο Βρετανικό Μουσείο Φιλοξενούνται Δύο Ανάγλυφα Έργα Που Εικονίζουν Αμαζονομαχίες Και Προέρχονται Από Τις Ζωοφόρους Του Μαυσωλείου Της Αλικαρνασού Και Του Ναού Του Επικούρειου Απόλλωνα Στις Βάσσες Της Φιγαλείας, Στην Αρκαδία. Επίσης, Στο Βάθρο Του Αγάλματος Του Ολυμπίου Δία, Ο Φειδίας Είχε Παραστήσει Το Θησέα Να Πολεμάει Με Αμαζόνα, Ενώ Ο Πολύκλειτος Φιλοτέχνησε Άγαλμα Αμαζόνας.

Ο ΜΙΘΡΑΣ
Πριν Από Την Εγκατάσταση, Στα Παράλια Του Εύξεινου, Των Πρώτων Ελλήνων Αποίκων- Οι Οποίοι Έφεραν Μαζί Τους Και Τη Λατρεία Των Ολύμπιων Θεών- Οι Γηγενείς Του Πόντου Λάτρευαν Ανατολικές Θεότητες, Όπως Εκείνην Της Μα, Που Ταυτιζόταν Από Τους Κατοίκους Των Ποντιακών Κομάνων Της Καππαδοκίας Με Την Πολεμική Θεότητα Ενυώ. Σχετικά Σημειώνειο Στράβων: Το Της Ενυούς Ιερόν Ην Εκείνοι Μα Ονομάζουσι.
Από Την Αίγυπτο Ήλθε Ο Σάραπις Που Είχε Δεχθεί Και Την Επίδραση Ελληνικών Στοιχείων, Παρουσιαζόμενος Μάλιστα Με Την Τρίαινα Του Ποσειδώνα.
Απ’ Όλους, Όμως, Τους Ελληνογενείς Θεούς Ο Πιο Σπουδαίος Ήταν Ο Μίθρας, Που Εισήχθη Στον Πόντο Από Την Περσία. Δώρο Του Μίθρα Σήμαινε Το ΌνομαΜιθριδάτης Ή Μιθραδάτης- Όνομα Των Εξελληνισθέντων Βασιλέων Που Κυβέρνησαν Το Βασίλειο Του Πόντου (302-63 Π.Χ.)
Ο Μίθρας Εθεωρείτο Θεός Του Ουράνιου Φωτός, Ταυτιζόμενος Προς Τον Ήλιο, Όπως Μαρτυρείται Και Σε Επιγραφές: Ηλιω Μίθρα Ανικήτω. Ήταν Προστάτης Των Πολεμιστών Αλλά Λαο Θεός Της Οσιότητας, Της Δικαιοσύνης Και Της Αλήθειας.
Στα Αγάλματα, Ο Μίθρας Εικονίζεται Να Σκοτώνει Ταύρο (Μίθρας Ταυροκτόνος). Προς Τιμή Του Αφιερώνονταν Τελετές (Μιθρακάνα Ή Ηλίεια) Στις Οποίες Οι Συμμετέχοντες Έπρεπε Να Περάσουν Από Ογδόντα Κολάσεις, Οπότε Ο Μυούμενος- Εάν Επιζούσε- Προχωρούσε Σε Τελειότερες Μυήσεις. Όπως Αναφέρει Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, Ο Από Τραπεζούντος, Στο Έργο Του “Η Εκκλησία Της Τραπεζούντος, Ο Μύστης Ελάμβανεν Αλληλοδιαδόχως Τα Ονόματα Κόραξ, Κρύφιος, Στρατιώτης, Λέων, Πέρσης, Ηλιόδρομος Και Πατήρ, Όστις Ήτο Ο Ανώτατος Βαθμός Της Μυήσεως”. Οι Τελετές Γίνονταν Στους Ναούς Του Μίθρα Που Ήταν Άντρα Και Σπήλαια, Τα Μίθρεια.
Στη Λατρεία Του Μίθρα Εισέδυσε Το Ελληνικό Πνέυμα Και Την Απήλλαξε Από Την Μορφή Και Τις Υπερβολές Που Είχε Στην Περσία Και Σε Άλλες Ασιατικές Χώρες. Κατά Το Χρύσανθο, Στο Παραπάνω Βιβλιο Του, Το Εκ Του Αιγαίου Εκπορευόμενον Και Δια Των Στενών Του Ελλησπόντου Και Του Θρακικού Βοσπόρου Εισδύον Ελληνικόν Πνέυμα Μετέδιδεν Εις Την Θρησκείαν Του Μίθρα, Ως Και Εις Πάσας Τας Ανατολικάς Θρησκείας Την Έμφυτον Αυτώ Ευγένειαν Σκέψεως Και Αισθήματος Και Αξηνθρώπιζε Και Εξηυγένιζεν Αυτάς.
Έτσι Λοιπόν, Ο Μίθρας Είναι Θεός Εξελληνισμένος Όπως, Άλλωστε Και Οι Μιθριδάτες Που Πήραν Το Όνομά Του (Δώρα Του Μίθρα).

(Από Το Βιβλίο “Πόντος Γη Των Τραντέλλενων”)

Οι Μήνες Του Έτους Στα Ποντιακά.


Οι Μήνες Του Έτους Στα Ποντιακά.



Οι μήνες στα ποντιακά έχουν ελληνικές ονομασίες και πολύ λίγοι, λατινογενείς. Στις Βυζαντινές μικρογραφίες φάινονται σχηματικές παραστάσεις των δώδεκα μηνών:

1. Καλαντάρς (Ιανουάριος), από τα Κάλαντα.

2. Κούντουρον (Φεβρουάριος), από την κοντή ουρά.

3. Μάρ’ τς (Μάρτιος).

4. Απρίλ’ τς (Απρίλιος).

5. Καλομηνάς (Μάιος).

6. Κερασινόν (Ιούνιος), από τα ποντιακά κεράσια.

7. Χορτοθέρ’τς (Ιούλιος) από το θερισμό των χόρτων και των σιτηρών.

8. Αύγουστον (Αύγουστος).

9. Σταυρίτες (Σεπτέμβριος), από τη γιορτή της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου.

10. Τρυγομηνάς (Οκτώβριος), από τον τρύγο των αμπελιών.

11. Αεργίτες (Νοέμβριος), από την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου, στις 3 Νοεμβρίου.

12. Χριστιανάρ’ τς (Δεκέμβριος), από την γέννηση του Χριστού.



Εικονογραφημένοι Μήνες του έτους.

ΠΗΓΗ  http://pontiakilelapa.wordpress.com/







Πόλεις Και Περιοχές Του Πόντου


Πόλεις Και Περιοχές Του Πόντου




Πόλεις και Περιοχές του Πόντου

Οι πιο γνωστές πόλεις του Πόντου, ιδρύθηκαν ή επανιδρύθηκαν από τους αποικιστές του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, οι οποίοι και αποτέλεσαν τους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στη μητρόπολη και τις νέες πατρίδες.

Οι πόλεις αυτές ανέπτυξαν πλούσια πολιτισμική αλλά και οικονομική δραστηριότητα, είτε σε σύνδεση με τη μητέρα πόλη, είτε αυτοτελώς.

Πρώτοι αποικιστές θεωρούνται οι Ίωνες από τη Μίλητο και ακολούθησαν οι Μεγαρείς, οι Φωκαείς, οι Αθηναίοι κ.α. Όλοι αυτοί, γνωστοί και ως Ποντιακοί Έλληνες, έφερναν μαζί τους ιερό πυρ από την εστία της Μητρόπολης, έχοντας επικεφαλής τον οικιστή, έναν εξέχοντα πολίτη που πολλές φορές αναδεικνυόταν σε ήρωα, υπερασπιστή των δικαίων της αποικίας.

Οι Ποντιακοί Έλληνες, από τον 8ο αιώνα π.Χ., άρχισαν ν’ αναπτύσουν στενές σχέσεις με τους γηγενείς του πόντου και αποτέλεσαν μαζί τους, τη ζύμη από την οποία πλάστηκαν οι νέες ελληνικές πατρίδες.

Σινώπη

Η δε Σινώπη κείται μεν εν τοις δεξιοίς μέρεσιν του Πόντου παρά τον εις Φάσιν πλουν

(Πολυβίου Ιστορία Τετάστη, παράγρ. 56)

Επανιδρύθηκε από τους Ίωνες της Μιλήτου στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. και ήταν η πρώτη ελληνική αποικία στον Πόντο. Αργότερα, οι Σινωπείς ίδρυσαν, κατά τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα τις δικές τους αποικίες: την Τραπεζούντα, την Κερασούντα και τα Κοτύωρα. Ο Αθηναίος πολιτικός Περικλής επισκέφτηκε την πόλη, εγκαθίδρυσε δημοκρατική κυβέρνηση και εγκατέστησε εκεί 600 Αθηναίους πολίτες.

Στη Σινώπη γεννήθηκε, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο περίφημος κυνικός φιλόσοφος Διογένης. Το 183 π.Χ. η πόλη έγινε πρωτεύουσα του βασιλείου του Πόντου, εκεί γεννήθηκε και ο Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτορας.

Αμισός Σαμψούντα

Είναι μεγάλη πόλη του Πόντου και αποικίστηκε από τους Σινωπείς περί τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. Έγινε και αυτή πρωτεύουσα του Πόντου και εκεί ο Μιθριδάτης ΣΤ’ έχτισε τα ανάκτορά του.

Η αρχαία πόλη είναι πολύ κοντά στη σημερινή – απέχει περίπου 3χιλιόμετρα. Ήταν πατρίδα μαθηματικών Δημητρίου και Διονυσόδωρου καθώς και λόγιου Τυραννίωνα, που ήταν δάσκαλος του Στράβωνα.

Στους χρόνους του μεσαίωνα, η Άμισος πήρε το όνομα Σαμψούντα (ετυμολογικά από το εις Αμισόν, σ’ Αμισόν, Σαμψούν).

Τραπεζούς

Τραπεζούς η πόλις, πόλις αρχαιοτάτη και των εν τη εώα πασών αρίστη.

Η άριστη πόλη στην ανατολή. Έτσι την αποκαλεί ο Ιωάννης Ευγενικός στη γραφή του Εγκωμιαστική Έκφρασις της Τραπεχούντας.

Από την περιοχή αυτή (όπως είχε βρει ο Ηρακλής Αποστολίδης και το είχε πει στο γιο του το Ρένο) καταγόταν και η οικογένεια του Κ.Π. Καβάφη. Ο Αλεξανδρινός ποιητής εμπνεύστηκε από την πόντια πόλη, πόνεσε κι έγραψεν το “Πάρθεν”:

…Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον με την παράξενη του γλώσσα

και με τη λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη…


Η Τραπεζούντα αποικίστηκε από τους Σινωπείς το 756 π.Χ. Ο Παυσανίας σημειώνει οτι κια κάτοικοι της αρκαδικής Τραπεζούντας είχαν εγκατασταθεί εκεί.

Οι Τραπεζούντιοι φιλοξένησαν, όπως αναφέρει ο Ξενοφών, τους Μύριους σαν αδελφούς για 30 ημέρες, τους έδωσαν τρόφιμα και κρασιά, έκανα θυσίες προς τιμή τους και οργάνωσαν αθλητικούς αγώνες και ιπποδρομίες. Ελληνική πόλη απόκαλεί την Τραπεζούντα ο Ξενοφών: Από εδώ επορεύθησαν δύο σταθμούς, παρασάγκας επτά και ήλθαν εις τη θάλασσαν, εις την Τραπεζούντα, πόλιν Ελληνικήν, κατοικουμένην εις τον Εύξεινον Πόντον, αποικίαν των Σινωπέων.

Οι Μύριοι στρατοπέδεψαν νοτιοανατολικά της πόλης, στο λόφο Μίθριο (400-401 π.Χ.).

Η Τραπεζούντα ήταν η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Κομνηνών (1204-1461) με πρώτο αυτοκράτορα τον Αλέξιο Κομνηνό και τελευταίο το Δαβίδ Κομνηνό. Η πόλη κατακτήθηκε το 1461 από το Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή και έγινε πεδίο απερίγραπτων σφαγών, εκτοπίσεων και διώξεων. Πολλοί χριστιανόπαιδες έγιναν, με τη βία, γενίτσαροι, ιεροί ναοί τζαμιά και τα ανάκτορα των Κομνηνών σπίτι του Τούρκου διοικητή.

Στην πόλη αφθονούν τα βυζαντινά μνημεία και σώζονται πολλοί βυζαντινοί ναοί: Αγίας Σοφίας (1260), Αγίου Ευγενίου (μεγαλομάρτυρα, πολιούοχου της πόλης), Αγίας Άννας (6ος – 7ος αιώνας), Αγίου Φιλίππου, Παναγίας Θεοσκεπάστου και ο αρχαιότερος όλων, ο ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου. Ονομαστό είναι το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά (386 μ.Χ.) που απέχει 54 χιλιόμετρα από την πόλη.

Πνευματικός φάρος του Πόντου υπήρξε το περιώνυμο Φροντιστήριο Τραπεζούντας που ιδρύθηκε το 1682 από τον Πόντιο Σεβαστό Κυμηνιτή και λειτούργησε, με ασήμαντες διακοπές, εώς το 1923.

Κερασούς

Ο Ξενοφών πρώτος έγραψε για την Κερασούντα εκθειάζοντας τη φιλοξενία των Κερασουντίων προς τους Μύριους. Πόλη ελληνικότατη, ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. από τους Σινωπείς. Η Κερασούς, όπως και οι άλλες πόλεις του Πόντου, ήταν ανεξάρτητη, εώς ότου ιδρύθηκε το βασίλειο των Μιθρυδατών.

Ο βασιλιάς Φαρνάκης την ονόμασε Φαρνακία και το όνομα αυτό διατηρήθηκε εώς την κατάλυση του βασιλείου του Πόντου από τους Ρωμαίους. Κατά τη ρωμαϊκή κυριαρχία η πόλη διατήρησε την αυτονομία της καθώς και το αρχαίο της όνομα Κερασούς. Αυτό, σύμφωνα με μια εκδοχή, προέρχεται από το Κέρας-ους εξαιτίας του σχήματος του και κατ’ άλλη εκδοχή από το δέντρο κέρασος (κερασιά).

Σώζονται επιγραφικά τεκμήρια των ρωμαικών χρόνων, όπως ορειχάλκινα νομίσματα των αυτοκρατόρων Αδριανού και Αυρηλίου, που φέρουν στη μια όψη το όνομα του αυτοκράτορα και στην άλλη τη λέξη Κερασουντίων.

Στους Βυζαντινούς χρόνους η πόλη άνηκε στη επαρχία του Πολεμωνιακού Πόντου και αργότερα στην επαρχία Χαλδίας, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα.

Η Κερασούς, εξαιτίας της στρατηγικής θέσης της υπήρξε στόχος κατακτητικών βλέψεων διαφόρων φυλών. Κατά το 1300, επί Αλέξιου Β’ του Κομνηνού, πολυάριθμος στρατός τούρκικων φυλών, με αρχηγό τον Κουστογιάν κυρίευσε την πόλη, αλλά ο Αλέξιος επιστρέφοντας από την Τραπεζούντα έδωσε φονικότατη μάχη, συνέλαβε τον Κουστογιάν και αιχμαλώτισε μεγάλο μέρος του στρατού του. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν την πόλη το 1300. Κατακτήθηκε το 1461 από τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή.

Αμάσεια
Ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων (63 π.Χ. – 23 μ.Χ.) ήταν από την Αμάσεια, παραλιακή πόλη του Πόντου, που τη διασχίζει ο ποταμός Ίρις. Ο Στράβων γράφει για την πατρίδα του (Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΒ, παραγρ.547 ,εδάφιο 15): Ο Ίρις ποταμός έχει τας πηγάς του εις αυτόν τον Πόντον, ρέων διαμέσου της πόλεως των Κομανών [...] επιστρέφει προς βορράν [...] κατόπιν κάμνει πάλιν καμπήν προς ανατολάς, δεχόμενος τα ύδατα του Σκύλακος και άλλων ποταμών και ρέει ορμητικώς πλησίον αυτού του τείχους της Αμάσειας, της Πατρίδος μου, η οποία είναι οχυρωτάτη πόλις. (Μετάφραση Α.Σ. Αρβανιτοπούλου).

Η Αμάσεια ήταν πρωτεύουσα των Μιθριδατών εώς το 183 π.Χ. Η πόλη εχει τα περισσότερα αρχαία μνημεία στον Πόντο. Στα βραχώδη βουνά της υπάρχουν σπηλιές που δεν είναι παρά οι συλλημένοι τάφοι των Μιθριδατών. Στο Μουσείο της αφθονούν τα αρχαιοελληνικά ευρήματα.

Τον 11ο αιώνα η πόλη έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων. Σπουδαίοι Πόντιοι καταδικάστηκαν και μαρτύρησαν, αργότερα, με την κατηγορία ότι μαζί με τους αντάρτες αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία του Πόντου.

Στην κεντρική πλατεία της πόλης, το Σεπτέμβριο του 1821 οι Τούρκοι απαγχόνισαν 174 Έλληνες του Πόντου.

Στην περιφέρεια της Αμάσειας κατοικούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα 155.000 Έλληνες και λειτουργούσαν εκεί 325 σχολεία με 10.000 μαθητές και 565 δασκάλους.

Τελευταίος μητροπολίτης Αμάσειας ήταν ο Γερμανός Καραβαγγέλης (1866 – 1935), γνωστός για την εθνική αγωνιστική δράση του.

Κοτύωρα

Ο Ξενοφών αναφέρει την πόλη ως αποικία της Σινώπης, ο δε Όμηρος στην Ιλιάδα την αποκαλεί Κύτωρο. Οι Τούρκοι της έδωσαν το όνομα Ορδού που σημαίνει στρατόπεδο, γιατί εκεί συγκεντρωνόταν ο στρατός του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή.

Το όνομα Κοτύωρα προέρχεται από το βασιλιά της Παφλαγονίας Κότυο και την ώρα (φρούριο).

Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσαν εκεί 9τάξιο Γυμνάσιο (Ψωμιάδειος Σχολή), 4τάξιο δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο (Καρυπίδειος Σχολή) και παρθεναγωγείο. Ο ελληνισμός των Κοτυώρων και των 57 γύρω ελληνικών χωριών, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο ελληνισμός του Πόντου, υπέστη τα πάνδεινα από τους Τούρκους που είχαν στόχο την ολοσχερή εξαφάνισή του.

Αργυρούπολη

Είναι η πόλη των μεταλλείων, κυρίως του αργυρού. Απέχει 100 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα και είναι έδρα της επαρχίας Χαλδίας. Ονομαστό ήταν το Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως, που λειτουργούσε από το 1723. Με τον ξεριζωμό πολλοί Αργυρουπολίτες εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα, φέρνοντας μαζί τους βιβλία και χειρόγραφα του Φροντιστηρίου, ψυχή του οποίου ήταν ο δάσκαλος και ευεργέτης Γεώργιος Κυριακίδης. Τελευταίος Μητροπολίτης ήταν ο Λαυρέντιος Παπαδόπουλος.

Σάντα

Η περιοχή της Σάντας είχε 7 ελληνικά χωριά χτισμένα πάνω στις βουνοπλαγιές. Ιδρύθηκε το 1540 από τους κατοίκους Πλατάνων και Τόνγιας.

Θρυλική υπήρξε η αντίσταση των κατοίκων της Σάντας εναντίον των Τούρκων κατακτητών. Ακόμα και οι γυναίκες οπλοφορούσαν για να αντιμετωπίζουν τους Τούρκους.

Κρώμνη

Γνωστή κωμόπολη της επαρχίας Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας. Στα ψηλά βουνά, όπου ήταν χτισμένα τα περισσότερα χωριά της περιοχής, κατέφευγαν πολλοί Έλληνες για να προστατευτούν από τις διώξεις των Τούρκων.

Σούρμενα

Παραλιακή πόλη ανατολικά της Τραπεζούντας. Στα βουνά της, κατά τον Ξενοφώντα, ζούσαν οι Μάκρωνες. Εκεί λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία και ημιγυμνάσιο.

Κόμανα

Αρχαία πόλη του Πόντου, κοντά στην Τοκάτη. Ο Στράβων την αναφέρει ως κέντρο λατρείας. Στα Κόμανα πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις ο Ιωάννης ο Χρισόστομος το 407.

Οινόη

Επίσης αρχαία πόλη του Πόντου, ανάμεσα στην Αμισό και στα Κοτύωρα. Από τον 5ο αιώνα π.Χ. ήταν αποικία της αττικής Οινόης.

Το 1914 λειτούργησαν εκεί δημοτικά σχολεία, μια αστική σχολή και ένα παρθεναγωγείο. Το 1917 ο ελληνισμός της περιοχής υπέστη απερίγραπτους διωγμούς από τους Τούρκους.

Ματσούκα

Επαρχία του νομού Τραπεζούντας, φημισμένη για τα μοναστήρια της: Παναγίας Σουμελά, Ιωάννη Προδρόμου του Βαζελώνα και Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα.

“Θάλαττα, θάλαττα” φώναξαν οι Μύριοι του Ξενοφώντος από το βουνό Θήχης της Ματσούκας όταν αντίκρυσαν τον Εύξεινο Πόντο.

Στη Ματσούκα πολέμησαν οι στρατηγοί του Βυζαντίου οι περίφημοι Γαβράδες, καθώς και οι Μεγάλοι Κομνηνοί.

Χαλδία

Περιοχή του ανατολικού Πόντου, όπου, κατά την αργοναυτική εκστρατεία, κατοικούσαν οι Χαλδύβες. Ήταν η πρωτη περιοχή της Μικράς Ασίας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Εκεί μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός.

Όταν η Χαλδία πέρασε στην κατοχή των Τούρκων υπέστη μεγάλες καταστροφές.

Και Άλλες

Ξακουστές είναι όλες οι ελληνικές πόλεις του Πόντου – κάθε μία απ’ αυτές συνδέεται με τις εθινκές ιστορικές παραδόσεις και με την ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη. Και όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, δοκίμασαν, σε διάφορες εποχές, την βαρβαρότητα του Τούρκου δυνάστη.

Ενδεικτικά αναφέρονται, επίσης: Η φιλόξενη Θοανία, (Τόνγια), η πόλη του Όφη, που από το χωριό της Υψηλή κατάγονταν οι Υψηλάντες, τα Πλάτανα με το βυζαντινό κάστρο (του Ηλ’ το κάστρο) και το πυρρίχιο χορό τους, τα Άδρασα που ήταν έδρα της Χαλδίας, η Τρίπολη, γνωστή από τον Όμηρο για τα πλούσια μεταλλεία της, η Ριζούντα που ταυτίζεται με το νότιο τμήμα της αρχαίας Κολχίδας, η Πουλαντζάκη, όπου μόνασε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, η Πάφρα με τα εκλεκτά καπνά της, η Νικόπολη που οφείλει το όνομα της στη νίκη του Πομπηίου κατά του Μοθριδάτη ΣΤ’, η Τοκάτη (ή Ευδοκίας) που ιδρύθηκε επί αυτοκράτορα Ηρακλείου (η κόρη του λεγόταν Ευδοκία), η Θέρμη, κοντά στην Οινόη που η περιοχή της είχε πρωτεύουσα την Θεμίσκυρα, πατρίδα των Αμαζόνων, το Μάτεν της Κερασούντας με τα μεταλλεία του, η Μερζιφούντα, φημισμένη για τα ιαματικά λουτρά της που αναφέρονται και από τον Στράβωνα, η Φάτσα με τα ερείπια του αρχαίου πύργου που χτίστηκε το 179π.Χ. από το βασιλιά Φαρνάκη Α’,  η Νεοκαισάρεια με ερείπια από αρχαία οικοδομήματα, το Τσάμπασι που κάηκε το 1913 με το πασίγνωστο τραγούδι (εκάεν και το Τσάμπασιν), το Μεσσουδιέ (αρχαία Μελίτη), το Τσάλ που χτίστηκε το 18ο αιώνα από τους Αργυρουπολίτες, η Πράσαρη με το περίφημο ιεροδιδασκαλείο και τη μονή της, η Ηράκλεια, η πατρίδα του Ηρακλείδη του Ποντικού, η Ίμερα με το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η Ζήλα όπου οι ρωμαίοι νίκησαν τον Φαρνάκη, βασιλιά του Πόντου, η Εσπιά, το ελληνικό χωριό της Τρίπολης, η Ινεπόλη, το Ακ Νταγ Ματέν με τις τραγικές μνήμες από τα απερίγραπτα μαρτύρια του Ελληνισμού ανάμεσα στο 1876 και το 1922. Εξέχουσα θέση στην ιστορική μνήμη κατέχει το χωριό Κοβάκ, 48 χιλιόμετρα από την Αμισό. Τον Ιούνιο 1921 οι Τούρκοι τουφέκισαν εκεί 701 Έλληνες από τους εξόριστους της πρώτης αποστολής, γιατί θεωρήθηκε οτι συμμετείχαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης δημοκρατίας του Πόντου.

Στο Κόβακ συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες μουσικούς της Αμισού και τους διέταξαν να παίξουν τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας. Όμως, οι ηρωικοί Πόντιοι έπαιξαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, οπότε οι Τούρκοι τους σκότωσαν όλους και τους έριξαν σε ξεροπόταμο. Τα βράδυα μάζευαν τους Έλληνες που συνελάμβαναν και αφού τους σκότωναν τους έριχναν τα σώματά τους στο ποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση στο ποτάμι αυτό αντί για νερό έτρεχε αίμα.

Τα Μοναστήρια

Τα μοναστήρια του Πόντου διαδραμάτισαν σπουδαιότατο ρόλο στη διατήρηση της ελληνοχριστιανικής παράδοσης των Ποντίων και του Ελληνισμού γενικότερα, ενώ παράλληλα, υπήρξαν κέντρα ανάπτυξης της ελληνικής παιδείας.

Το σημαντικότερο μοναστήρι είναι εκείνο της Παναγίας Σουμελά στη Τραπεζούντα που ιδρύθηκε το 386 από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο. Επανιδρύθηκε το 1953 νέο μοναστήρι από τους ξεριζωμένους Πόντιους στους πρόποδες του Βερμίου, κοντά στην Καστανιά της Βεροίας, όπου φυλάσσεται η εικόνα της Θεοτόκου, που ζωγράφισε ο Άγιος Λουκάς και είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα από την μονή της Τραπεζούντας το 1930.

Άλλα σημαντικά μοναστήρια είναι του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά που ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα από τον Αλέξιο Γ’ Μεγαλοκομνηνό στην περιοχή της Χαλδίας, του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα ή Περιστερά που χτίστηκε το 752, του Αγίου Γεωργίου Χαλιναρά, της Παναγίας Γουμερά που ιδρύθηκε από τους μοναχούς Σωφρόνιο, Παίσιο και Λαυρέντιο το 10ο αιώνα (βρίσκεται κοντά στο χωριό Τσιτά - και γι’ αυτό ονομαζόταν και τη Τσίτας η Παναΐα), του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, Βαζελώνος, χτίστηκε το 270, κοντά στην Παναγία Σουμελά και ανακαινίστηκε τον 6ο αιώνα από τον Ιουστινιανό, κ.α.